} f

9.5.15

Από το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ , Άννα Φρανκ



Ερμηνευτική προσέγγιση

Εισαγωγικές επισημάνσεις.
Άννα Φρανκ
Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ είναι το ερασιτεχνικό σύγγραμμα της χαρισματικής εβραιοπούλας, το οποίο διηγείται με στωικότητα και απρόσμενη ωριμότητα την καθημερινότητα οκτώ εβραίων μέσα σε ένα καταφύγιο στην Ολλανδία. Αυτοεξόριστοι από τη Γερμανία, κρύβονταν εκεί, για να γλιτώσουν από την εγκληματική δράση των Ναζί, που συνελάμβαναν,  βασάνιζαν και εξόντωναν  τους Εβραίους.
Στο ημερολόγιο αυτό καταγράφονται  γεγονότα από τις 14 Ιουνίου 1942 ως την 1η Αυγούστου του 1944, οπότε και ανακαλύφθηκε η οικογένεια από τους Ναζί και οδηγήθηκε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.  Το ημερολόγιο αυτό το διέσωσαν φίλοι της οικογένειας στην Ολλανδία και μετά το θάνατο της Άννας το παρέδωσαν στον πατέρα της, ο οποίος ήταν και ο μοναδικός επιζών.  Εκείνος το δημοσίευσε το 1947 και από τότε μεταφράστηκε σε τριάντα τουλάχιστον  γλώσσες. Έχει μεταφερθεί στον κινηματογράφο και το θέατρο και εξακολουθεί να συγκλονίζει και να φρονηματίζει με τις σκληρές αλήθειες του.

Προικισμένη με διεισδυτική και πρόωρη ευφυΐα καθώς και με σπάνια ικανότητα να συλλαμβάνει τα πράγματα στην πραγματική τους ουσία η Φρανκ εκφράζει στις σελίδες του Ημερολογίου της, μαζί με την προσεκτική και συχνά  αυστηρή και ειρωνική περιγραφή της ζωής της μικρής κοινωνίας, όπου ζει κρυμμένη στο κέντρο του Άμστερνταμ, τις αγωνίες και τις ανησυχίες της εφηβικής ηλικίας. Αλλά η αγανάκτηση, που αισθάνεται το κορίτσι για την υποταγή των ενηλίκων στην αθλιότητα και τον κίνδυνο,  γίνεται ελπίδα και πόθος για μια ευτυχισμένη ζωή και την ωθεί  ν’ αναζητήσει μέσα στην ιστορία της ένα καθολικό νόημα. Έτσι, οι σελίδες του Ημερολογίου ξεπερνούν τα όρια ενός ντοκουμέντου και αποχτούν την αξία υποβλητικής μαρτυρίας της πάλης εναντίον του θανάτου.
Η αφήγηση της Άννας προβάλλει τη μεγάλη αδυναμία που είχε  στον πατέρα της, αλλά εκφράζει κυρίως την ωμότητα του πολέμου μέσα από τα μάτια ενός παιδιού, το οποίο χάνει σταδιακά  την αθωότητά του και το ξέρει. «Δεν θα μπορέσω ποτέ να ξαναγράψω με αυτόν τον τρόπο. Γνωρίζω βαθιά μέσα μου πως δεν θα είμαι ποτέ πια αθώα» γράφει στο ημερολόγιο της η Άννα στις 2 Νοεμβρίου του 1942. 
Το ημερολόγιο, γραμμένο στην Ολλανδική γλώσσα και σε μορφή επιστολών προς μια φανταστική φίλη της Άννας, την Κίτυ, .είναι ένα κείμενο με μοναδικό ιστορικό ενδιαφέρον. Κατά γενική ομολογία όμως  είναι και ένα κείμενο με  λογοτεχνική αξία. Φαίνεται ότι εκτός από ένα παιδί που έπεσε θύμα της θηριωδίας των ενηλίκων  χάθηκε και ένα σπουδαίο λογοτεχνικό ταλέντο. 
👬👭 ΔΕΣ ΚΙ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ 👬👭
Η Άννα στο σχολείο Μοντεσσόρι
Θέμα
Το απόσπασμα από το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ περιγράφει τις σχέση της ηρωίδας με την οικογένειά της. Με αφορμή ένα ασήμαντο γεγονός η Άννα παρουσιάζει τα συναισθήματά της για τη μητέρα, τον πατέρα και την  αδερφή της. Οι σκέψεις που καταγράφει είναι αρκετά αντιπροσωπευτικές τόσο για την εφηβική ψυχολογία όσο και για τις σύγχρονες οικογενειακές σχέσεις, οι οποίες πολλές φορές αντιμετωπίζουν μικρά ή μεγάλα προβλήματα.

Δομή
Το κείμενο διαρθρώνεται σε τέσσερις ενότητες  με θεματικό άξονα τις σχέσεις της   Άννας με την οικογένειά της:
1.     Αγαπητή Κίτυ………στη γκρινιάρικη διάθεση της Μαργκότ η διένεξη των δύο αδελφών και η μεροληψία των γονιών της υπέρ της Μαργκότ
2.     Δεν τις αγαπώ……… έχει σχέση με τα ελαττώματά τηςη αγάπη  της Άννας για τον πατέρα της και το παράπονό της
3.      Περισσότερο απ΄ όλους τους άλλους….. πλήρη ικανοποίηση  στα παιδιά τους;  η σχέση της  Άννας με τη μητέρα της
4.       Μερικές φορές……….Δική σου, Άννα    τα συναισθήματα της Άννας και οι βαθύτερες ανάγκες της

Περιεχόμενο-Τεχνική

Πρώτη ενότητα

Το ημερολόγιο  αρχίζει με τον ορισμό της ημερομηνίας επάνω δεξιά του κειμένου και με την τυπική προσφώνηση, που απαιτείται σε μια επιστολή: «Αγαπητή Κίτυ». Η Άννα απευθύνεται  στην φίλη της Κίτυ. Η Κίτυ δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, αλλά δημιούργημα της φαντασίας της ηρωίδας. Στην πραγματικότητα η Άννα, έχοντας την ανάγκη να εκφραστεί,  επινοεί μια  φανταστική φίλη που την αγαπά και τη νοιάζεται. Έτσι, προσαρμόζει ανάλογα το λόγο της, βάζει σε τάξη τις σκέψεις της, ώστε η υποθετική παραλήπτρια της επιστολής να την καταλάβει και να συμμεριστεί τις ανησυχίες της. Της απευθύνει μάλιστα και ερωτήματα ( είναι τάχα τυχαίο που πάντα εγώ τα πληρώνω και όχι η Μαργκότ;). Μ’ αυτόν τον τρόπο, η εκμυστήρευση παίρνει τη μορφή της εξομολόγησης. Τα θολά συναισθήματά της ξεκαθαρίζουν, οι σκέψεις της ταξινομούνται και επομένως καταλαβαίνει καλύτερα τον εαυτό της. Επί της ουσίας, λοιπόν, η Άννα κάνει έναν εσωτερικό διάλογο, συνομιλεί με τον εαυτό της.  Και επειδή το ημερολόγιο είναι το πιο προσωπικό κείμενο, μια εντελώς ιδιωτική υπόθεση, που μένει απαραβίαστη από τους άλλους, η Άννα μπορεί να είναι απόλυτα ειλικρινής, ανεπιτήδευτη και ελεύθερη.
Η αφορμή, για να περιγράψει τις οικογενειακές της σχέσεις, είναι μια φιλονικία, που είχε με την αδερφή της Μαργκότ. Η Άννα θέλησε να διαβάσει ένα βιβλίο της αδερφής της, όσο εκείνη έλειπε και όταν  επέστρεψε, δεν ήθελε να το επιστρέψει αμέσως. Οι γονείς της, αρχικά η μητέρα της αλλά και ο λατρευτός της πατέρας την επιπλήττουν και εκείνη νιώθει  ότι για άλλη μια φορά παίρνουν το μέρος της αδερφής της. Το  γεγονός  την θλίβει και αισθάνεται αδικημένη, κυρίως γιατί την επέκριναν, χωρίς να της δώσουν την ευκαιρία να εξηγήσει τη στάση της.
      Στο σημείο αυτό δύο κυρίως στοιχεία καταδικάζει στη συμπεριφορά των γονιών της: Όσον αφορά στη μητέρα της ότι αναμείχθηκε στη  φιλονικία με την αδερφή της και όσον αφορά στον πατέρα της ότι την επέπληξε αγνοώντας το λόγο της διένεξης. Η Άννα είναι πεπεισμένη ότι η μητέρα της και η Μαργκότ έχουν συνάψει ένα είδος συμμαχίας. Η μία υποστηρίζει την άλλη σχολιάζει και συμπληρώνει ότι τέτοιου είδους περιστατικά είναι πάγια κατάσταση, που την οδήγησε σιγά-σιγά στην απάθεια και την αδιαφορία. Από την αντίδραση του πατέρα της όμως πικραίνεται, επειδή θεωρεί ότι την υποτιμά,  την αντιμετωπίζει σαν ανώριμο παιδί, γι΄αυτό και δεν κάνει διάλογο μαζί της τη δεδομένη στιγμή. Η απογοήτευσή της από τον πατέρα θα στηριχτεί και σε άλλες σκέψεις στην επόμενη ενότητα.

Δεύτερη ενότητα
 Στην ενότητα αυτή φωτίζεται περισσότερο η σχέση της Άννας με τον πατέρα της. Εξομολογείται ότι του έχει αδυναμία, γι’ αυτό και την πονάει περισσότερο η δική του στάση. Επιζητεί πάνω από όλα τη δική του επιβεβαίωση, γιατί είναι το πρότυπό της, το ιδανικό της. Από τις λίγες μετρημένες της λέξεις, καταλαβαίνουμε ότι ο πατέρας της ήταν ξεχωριστή προσωπικότητα. Παραπονείται, ωστόσο, ότι και εκείνος αντιμετωπίζει με διαφορετικό τρόπο την αδελφή της από την ίδια και από τα λόγια της διαφαίνεται ότι έχει εκφράσει το παράπονό της αυτό στον πατέρα της. Αυτό που κυρίως τη στενοχωρεί είναι ότι την αντιμετωπίζει σαν παιδί, την κανακεύει και την καλοπιάνει, έτσι όπως παραχαϊδεύουμε ένα μωρό, με το οποίο δεν μπορούμε να κάνουμε μια συζήτηση επί ίσοις όροις.  
Η Άννα παραδέχεται ότι γαντζώνεται στον πατέρα, για να υπεραναπληρώσει την απογοήτευση που νιώθει από την ψυχρότητα της μητέρας της,(γαντζώνομαι στον πατέρα γιατί είναι ο μόνος που διατηρεί σε μένα τα υπολείμματα του οικογενειακού αισθήματος). Για αυτήν ο πατέρας είναι το μοναδικό στήριγμα και πιθανότατα ο μόνος άνθρωπος που την καταλαβαίνει. Όμως μερικές φορές την αποφεύγει και την αποπέμπει, όταν πρόκειται να συζητήσουν για τη μητέρα. Ο πατέρας της δεν της επιτρέπει να εκφράσει τα παράπονά της και τις κρίσεις της για τη διαταραγμένη τους σχέση. Αρκετοί γονείς, ακόμα και σήμερα, θεωρούν ότι είναι καλύτερο να «φιμώνουν» τα παιδιά τους, όταν πρόκειται να συζητήσουν τους προβληματισμούς τους, που αφορούν κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας, για να μη διασείσουν τις  «υποτιθέμενες» ισορροπίες.
    Η Άννα  δυσανασχετεί και με την αδερφή της, τη Μαργκότ. Συχνά έρχονται σε ρήξη οι δυο τους και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι είναι πιο αγαπητή από τους γονείς. (Η Μαργκότ είναι αναμφισβήτητα η πιο έξυπνη, η πιο ευγενική, η πιο όμορφη και η πιο καλή!) Οι φράσεις αυτές λέγονται ειρωνικά, αλλά και υποδηλώνουν μια μορφή ζήλειας. Η ζήλεια αρκετές φορές υπάρχει ανάμεσα στα αδέρφια και μπορεί να είναι ένα προωθητικό συναίσθημα, που τα προτρέπει να εξελίσσονται. Όμως, στην περίπτωση της Άννας η ζήλεια πυροδοτείται από τη μεροληπτική συμπεριφορά των γονιών της. Η Άννα  επιζητεί  ίση μεταχείριση και ίση αγάπη από τους γονείς της. Ιδιαίτερα από τον πατέρα της λαχταρά να την αποδεχτεί και να την αγαπήσει όχι επειδή είναι κόρη του, αλλά επειδή είναι αυτή που είναι.
Τα σχόλιά της όμως σ’ αυτήν την ενότητα φανερώνουν και μια αγωνία δικαιολογημένη και διαδεδομένη στην εφηβική ηλικία, μήπως το μερίδιο της αγάπης που της αναλογεί είναι μικρότερο, επειδή η ίδια δεν είναι αξιαγάπητη. Η Άννα ως έφηβη δεν έχει μετρήσει τις δυνάμεις της, δεν έχει πλήρη εικόνα του εαυτού της και  δεν έχει κατακτήσει ακόμη την αυτοπεποίθησή της.

Τρίτη ενότητα
 Η Άννα εξομολογείται ότι περισσότερο από καθετί η μητέρα της της πλακώνει την καρδιά. Ο ψυχρός χαρακτήρας και η άκαμπτη στάση της  την εμποδίζει να επικοινωνήσει μαζί της και μοιραία συγκρούονται, επειδή είναι "τα δυο άκρα αντίθετα". Αυτή η σύγκρουση ανάμεσα στις δυο γυναίκες, οφείλεται, όπως υποστηρίζουν αρκετοί ψυχολόγοι, στον λανθάνοντα ανταγωνισμό που υπάρχει μεταξύ μιας μητέρας με την κόρη της. Η μητέρα θέλει να επιβληθεί και η κόρη να απορρίψει το πρότυπο της μητέρας, για να αυτονομηθεί.
Από την άλλη  μεριά όμως δεν μπορούμε να παραβλέψουμε  τις συνθήκες εγκλεισμού της οικογένειας. Ζουν κάτω από το κράτος του τρόμου, φυλακισμένοι σε λίγα τετραγωνικά,  υποχρεωμένοι να τηρούν σιγή ασφαλείας κάθε στιγμή, χωρίς καμία παράσταση του έξω κόσμου. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, τα προβλήματα διογκώνονται και τα συναισθήματα γιγαντώνονται και οι ρωγμές στις σχέσεις των προσώπων γίνονται χάσματα. Έτσι, η  Άννα ομολογεί ότι δεν τρέφει αισθήματα αγάπης για τη μητέρα της,  παρά μόνο τα «αναγκαία» λόγω της φυσικής σχέσης που τις συνδέει, του δεσμού αίματος (Δεν την αγαπώ, παρά μόνο γιατί είναι μητέρα μου). Η Άννα φαίνεται σκληρή, αλλά στη γλώσσα των εφήβων πολλές φορές ο πόνος  μεταφράζεται σε οργή και εκδηλώνεται με μομφή.
    Η Άννα απορρίπτει τη μητέρα της. Η εικόνα της απέχει πάρα πολύ  από την εικόνα της ιδανικής μητέρας, όπως την έχει φανταστεί. Για να καλύψει αυτό το κενό, προσπαθεί να παραβλέψει τα ελαττώματά της και να εστιάσει μόνο στις αρετές της. Τη στήριξη και την ενθάρρυνση που της αρνούνται οι γονείς της, προσπαθεί να την αντλήσει από τον εαυτό της (και να προσπαθήσω να βρω στον εαυτό μου αυτό που μάταια αναζητώ σ΄εκείνη). Συγκλονιστική είναι η δήλωση της  κοπέλας ότι της λείπουν οι γονείς της, παρ’ όλη την καθημερινή τους παρουσία και την ασφυκτική συνύπαρξη στο καταφύγιο νυχθημερόν. Η Άννα, λοιπόν, εννοεί ότι στερείται την ουσιαστική επικοινωνία μαζί τους, η οποία βασίζεται στον αλληλοσεβασμό, την κατανόηση, το διάλογο και την εμπιστοσύνη. 

Τέταρτη ενότητα
Η Άννα εντέλει νιώθει αποξενωμένη από όλους. Δεν αισθάνεται τη συναισθηματική θαλπωρή της οικογένειας. Διαπιστώνει ότι οι δικοί της δεν της δίνουν τη σημασία που της αξίζει και η συμπεριφορά τους είναι αντιφατική, αφού τη μία μέρα τη θεωρούν πανέξυπνη και την επόμενη χαζούλα. Η δυσπιστία και η αμφισβήτηση, λοιπόν, για τις ικανότητές της, την ωθούν να εξομολογηθεί τις σκέψεις της στο ημερολόγιό της, το οποίο αναλαμβάνει το ρόλο ενός σιωπηρού συνομιλητή που την ενθαρρύνει και τη στηρίζει στη μοναξιά της.
Η Άννα, αν και μόλις δεκατριών ετών, προσπαθεί να βρει ένα βαθύτερο νόημα σ’ αυτά που της συμβαίνουν. Αποκαλύπτει έτσι την πρόωρη ωριμότητά της και μια φυσική κλίση στο στοχασμό.  Σκέπτεται ότι ο Θεός την υποβάλλει σε δοκιμασίες, για να τη δυναμώσει. Υπενθυμίζει στον εαυτό της ότι έχει όνειρα, έχει σχέδια, έχει πολλά ιδανικά, άρα δεν είναι πια μωρό. Είναι μια προσωπικότητα ολοκληρωμένη.
Στην τελευταία περίοδο η Άννα κάνει μια μικρή αυτοκριτική. (Μη με κρίνεις αυστηρά…ξεχειλίζει).  Και ζητώντας από τη φανταστική φίλη Κίτυ να μην την κρίνει αυστηρά,  προσπαθεί να συγχωρήσει τον εαυτό της για τα ξεσπάσματά της, τονίζοντας ότι είναι κι αυτή ένα πλάσμα που έχει δικαίωμα στο θυμό και την υπερβολή.

Γλώσσα
Το κείμενο, βέβαια, μας παραδίδεται σε μετάφραση, διακρίνεται, ωστόσο, για τη λιτότητα και την απλότητα των λέξεων και των εκφραστικών μέσων. Όπως συμβαίνει γενικά με τα ημερολόγια, η αφήγηση έχει αμεσότητα, περιεκτικότητα και δύναμη, γιατί αποτυπώνει πραγματικά περιστατικά και μάλιστα σε μικρή χρονική απόσταση από τη γένεσή τους, όταν τα συναισθήματα είναι νωπά. Ο συντάκτης δηλαδή του ημερολογίου γράφει εν θερμώ, άρα το κείμενο  έχει ζωντάνια.

Ύφος
Το ύφος είναι απλό και μελαγχολικό, αφού παρουσιάζει τους προβληματισμούς και τα παράπονα  ενός δεκατριάχρονου κοριτσιού κάτω μάλιστα από αυτές τις συνθήκες εγκλεισμού και τον καθημερινό φόβο του θανάτου. Ο τόνος είναι εξομολογητικός και θερμός. Σε ορισμένα σημεία, ιδιαίτερα στην τέταρτη ενότητα, γίνεται δραματικός. Η Άννα νιώθοντας ότι απευθύνεται στην καλύτερή της φίλη εξωτερικεύει τις μύχιες σκέψεις της  με οικειότητα και ειλικρίνεια


Εκφραστικά μέσα
Η Άννα δεν επιδιώκει να καλλωπίσει το λόγο της με αισθητικά μέσα, ούτε να είναι ιδιαίτερα παραστατική, αλλά να εξωτερικεύσει όσα νιώθει. Έτσι, τα εκφραστικά μέσα είναι μετρημένα και μόνο τα αναγκαία.
·       Μεταφορές:  Υπήρξα πάντα ο κλόουν της οικογένειας, θα καταπιώ τα δακρυά μου, τη γεμίζει με επαίνους, το ποτήρι ξεχειλίζει
·       Εικόνες: ζάρωσε τα φρύδια της, το μισοκακόμοιρο ύφος της Μαργκότ.
·       Διάλογος: αναπαριστά με πολλή ζωντάνια το περιστατικό
·     Τραγική ειρωνεία: ποιος άλλος θα διαβάσει ποτέ αυτές τις επιστολές, εκτός από μένα; ( Οι επιστολές αυτές διαβάστηκαν σε όλο τον κόσμο και στον πατέρα της μετά το θάνατό της).

Απαντήσεις στις ερωτήσεις του σχολικού βιβλίου


1.     Η Άννα δεν έχει καλή σχέση με την μητέρα της. Πώς δικαιολογεί η ίδια αυτό το γεγονός;
Στο εξεταζόμενο απόσπασμα η Άννα Φρανκ παρουσιάζει τη σχέση της με όλα τα μέλη της οικογένειάς της. Η μητέρα της είναι το πρόσωπο, με το οποίο  έρχεται σε μόνιμη αντιπαράθεση. Η Άννα υπογραμμίζει ότι δεν υπάρχει επικοινωνία μεταξύ τους και κατηγορεί τη μητέρα της  για μεροληπτική συμπεριφορά υπέρ της αδελφής της, Μαργκότ (η μητέρα προστατεύει τη Μαργκότ, αυτό είναι ολοφάνερο).
Αποδίδει αυτή τη σύγκρουση στη διαφορά του χαρακτήρα τους, στα ελαττώματα της μητέρας της, (είναι  σκληρή, παράλογη και σαρκαστική) και γενικότερα στο χαρακτήρα της ( με το χαρακτήρα της και τα ελαττώματά της μου πλακώνει την καρδιά). Κυρίως όμως συνδέει την διαταραγμένη σχέση με τη μητέρα της  με τη διαφορά του χαρακτήρα τους ( είμαστε τα δύο άκρα αντίθετα και, μοιραία, συγκρουόμαστε)  και υπονοεί ότι η Μαργκότ είναι η ευνοούμενη της μητέρας, επειδή της μοιάζει.  Η Άννα εξομολογείται ότι η μορφή της μητέρας της δεν ανταποκρίνεται στο ιδανικό πρότυπο μητέρας,  που έχει εκείνη στο μυαλό της. Η μητέρα της φαντασίας της είναι πάντοτε ευγενική, τρυφερή και δίκαια αντίθετα, η πραγματική της μητέρα είναι αυταρχική, ψυχρή και  επικριτική. Δεν της συμπαρίσταται, δεν την ενθαρρύνει, δεν την αγαπάει και όσο κι αν προσπαθεί η Άννα, δεν μπορεί να παραβλέψει την απουσία της.  


2.     Ποια αισθήματα έχει για τον πατέρα της η Άννα; Να βρείτε τα σχετικά χωρία στο κείμενο.
Δύο είναι τα κυρίαρχα συναισθήματα που συνδέουν την Άννα με τον πατέρα της, η αγάπη και ο θαυμασμός. Η Άννα  τρέφει ιδιαίτερη αγάπη γι’ αυτόν (αγαπώ τρελά τον Πίμ / δεν αγαπώ κανέναν στον κόσμο όσο τον πατέρα) και εξομολογείται ότι στη σχέση τους βρίσκει τα τελευταία ψήγματα οικογενειακού δεσμού, (διατηρεί σε μένα τα τελευταία υπολείμματα του οικογενειακού αισθήματος). Χάρις σε κείνον και μόνο σε κείνον, αισθάνεται τι θα πει «οικογένεια» και «δεσμοί αίματος». Αν και μικρή η Άννα,  αντιλαμβάνεται  πως ό,τι στερείται από τη μητέρα, το μητρικό χάδι, τη στοργή και την επιβεβαίωση, το επενδύει στον πατέρα. Γι’ αυτό και έχει γαντζωθεί επάνω του. Όμως υπάρχουν στιγμές που θέλει να μιλήσει μαζί του και να εκφράσει τις σκέψεις της και τους προβληματισμούς της για την στάση της μητέρας της, αλλά αυτός την αποκρούει (Ο πατέρας δε θέλει να καταλάβει ότι μερικές φορές έχω ακατανίκητη ανάγκη να ανακουφιστώ, να του μιλήσω για τη μητέρα· αρνείται να με ακούσει και αποφεύγει καθετί που έχει σχέση με τα ελαττώματά της). Αυτή του η στάση τη γεμίζει απογοήτευση και σύγχυση.
Από την άλλη μεριά, ο πατέρας είναι το πρότυπο της Άννας (Είναι το μεγάλο μου ιδεώδες). Η φράση αυτή σημαίνει ότι ο πατέρας της ανταποκρίνεται απόλυτα στο πρότυπο του πατέρα αλλά και γενικότερα του ιδανικού ανθρώπου. Η Άννα θαυμάζει τον πατέρα της για τις αρετές του, επιθυμεί να  του μοιάσει και ίσως να μονοπωλήσει την αγάπη του, (το μόνο που ζητώ είναι την αγάπη του πατέρα). Γι’ αυτό  πικραίνεται και ζηλεύει, όταν  εκείνος υπερασπίζεται ή επαινεί τη Μαργκότ. ( Πληγώνομαι κάθε φορά που δείχνει την προτίμησή του για τη Μαργκότ ).

3.     Ποιες  σκέψεις κάνει η Άννα για το ρόλο των γονέων, με αφορμή το περιστατικό με την αδερφή της;
Η ηρωίδα του κειμένου βρίσκεται στην εφηβεία και όπως κάθε νέος που βρίσκεται σ’ αυτή τη φάση της ζωή του, αντιμετωπίζει το κοινωνικό και οικογενειακό του περιβάλλον με αμφισβήτηση και επιθετικότητα. Η Άννα με αφορμή το περιστατικό με την αδερφή της και την εύνοια των γονιών της προς αυτήν, αισθάνεται ότι την αδικούν. Δεν της αφήνουν περιθώρια να εξηγήσει τη στάση της και την επικρίνουν. Θεωρεί ότι μεροληπτούν υπέρ της αδερφής της, διότι τη θεωρούν πιο έξυπνη, πιο όμορφη, πιο καλή και ευγενική. Καταδικάζει την ανάμειξη της μητέρας της στη φιλονικία των δύο αδελφών και θεωρεί ότι έπρεπε να λύσουν μόνες τους τη διαφορά τους. Κατακρίνει ακόμη και τη διαιτητική παρέμβαση του πατέρα, γιατί  πήρε το μέρος ενός από τις δύο, χωρίς να υπάρξει διάλογος.
 Επομένως, η Άννα πιστεύει ότι οι σχέσεις γονιών και παιδιών πρέπει να στηρίζονται στην ισότιμη και απλόχερη αγάπη, χωρίς διακρίσεις. Η επικοινωνία μεταξύ τους να καλλιεργείται με το διάλογο και την εμπιστοσύνη και να μην επιβάλλονται τιμωρίες, χωρίς  ειλικρινή συζήτηση.  Θεωρεί ότι τα παιδιά πρέπει να ενθαρρύνονται να μιλήσουν για τα παράπονά τους και τις πιο βαθιές σκέψεις τους και όχι να φιμώνονται. Οι δε γονείς οφείλουν να είναι πάντα δίπλα στα παιδιά τους με τρυφερότητα και κατανόηση. Έτσι, θα ήξεραν τι σκέφτονται και πώς αισθάνονται , ενώ τώρα οι γονείς της Άννας ούτε καν υποψιάζονται τι λείπει από την κόρη τους ( δεν υποπτεύονται ότι μου λείπουν στη ζωή). Πιστεύει ακόμη ότι οι γονείς δεν πρέπει να έχουν αντιφατική συμπεριφορά, αλλά σταθερή και μελετημένη ( με μεταχειρίζονται με τον πιο αναπάντεχο τρόπο ). Πάνω από όλα οι γονείς  πρέπει να δέχονται και να αγαπούν τα παιδιά τους γι’ αυτό που είναι και όχι γι΄αυτό που θα ήθελαν να είναι. (ζητώ την αγάπη του…όχι μόνο για το παιδί του, αλλά για την Άννα, αυτή που είναι). Από όλες τις παραπάνω σκέψεις, η Άννα καταλήγει να αναρωτιέται : Υπάρχουν τάχα γονείς ικανοί να δώσουν πλήρη ικανοποίηση στα παιδιά τους;

     4.     Ποια συναισθήματα κατακλύζουν την ηρωίδα την ώρα που γράφει στο ημερολόγιό της;

       Η αφήγηση της Άννας Φρανκ αποκαλύπτει διάφορα συναισθήματα και πολλές φορές αντιφατικά. Όπως, εξάλλου, είναι φυσικό λόγω της εφηβείας, διέρχεται  πολλές συναισθηματικές μεταπτώσεις.
Στην αρχή του κειμένου εκφράζει την πικρία  και την απογοήτευσή της, καθώς οι γονείς της την κατηγορούν για ένα ασήμαντο γεγονός. Επειδή η μεροληψία υπέρ της αδερφής της, είναι πάγια κατάσταση, την πνίγει το δίκιο, αισθάνεται αγανάκτηση, λύπη και θυμό, αν και η ίδια αρνείται ότι ήταν ταραγμένη και ξεκαθαρίζει ότι ένιωθε μόνον λύπη.
Για την αδερφή της δεν νιώθει φθόνο, αλλά σίγουρα της προκαλεί ζήλεια το γεγονός ότι αποσπά περισσότερους επαίνους και έχει την εύνοια της μητέρας.
 Η στάση των γονιών και ιδιαίτερα της μητέρας οξύνει τον ανταγωνισμό που έχουν τα αδέλφια και ως ένα βαθμό είναι φυσιολογικός  και έχει ως αποτέλεσμα να απορρίπτει τελείως η Άννα τη μητέρα της και να βασανίζεται από αισθήματα μειονεξίας και κατωτερότητας. (μου λείπει η δύναμη, ό,τι κάνω δεν είναι αρκετό). Παραδέχεται ότι νιώθει αντιπάθεια για τη μητέρα της, αφού της έχει κλείσει κάθε δίοδο επικοινωνίας και είναι σκληρή και σαρκαστική. Για τον πατέρα της αισθάνεται αγάπη και θαυμασμό, αν και μερικές φορές νιώθει ότι την παραμελεί και την υποτιμά.
Στην τέταρτη ενότητα κυριαρχεί το αίσθημα της μοναξιάς και της εγκατάλειψης. Η Άννα κλείνει την επιστολή της προβάλλοντας αισθήματα υπομονής και στωικότητας για όλα αυτά που της συμβαίνουν.

   5. Γράψτε ένα γράμμα στους γονείς σας (αν θέλετε μπορείτε και να τους το στείλετε!) το οποίο θα εκφράζετε κάποια παράπονα που έχετε από τη στάση τους προς εσάς, τα αδέλφια σας, ή και για τη μεταξύ τους σχέση.

(Παραθέτουμε ένα υπόδειγμα επιστολής. Γράψτε με ειλικρίνεια και αμεσότητα τη δική σας, παρουσιάζοντας τα δικά σας παράπονα και διατηρώντας φιλικό και ήρεμο τόνο. Φροντίστε να γράψετε ημερομηνία, προσφώνηση και επιφώνηση, όπως στο υπόδειγμα.)
                                                                                 
                                                                               4 Δεκεμβρίου  2007
Αγαπημένοι  μου γονείς,

Με αφορμή  ένα κείμενο, που διάβασα  στο σχολικό βιβλίο της Λογοτεχνίας, αποφάσισα να σας μιλήσω για μερικά παράπονα που έχουν οι έφηβοι σήμερα από τους ενήλικους και ιδιαίτερα από τους γονείς τους, μερικά από τα οποία εκφράζουν απόλυτα και μένα.
Οι έφηβοι νιώθουν πολλές φορές ότι οι γονείς τούς αντιμετωπίζουν  με υπεροψία και  τους θεωρούν εντελώς ανώριμους και ανίκανους να δημιουργήσουν, ή να πάρουν κάποιες αποφάσεις. Με τον τρόπο αυτό όμως τους υποτιμούν, τους καλλιεργούν  αβεβαιότητα για το μέλλον και χαμηλή αυτοεκτίμηση. Χωρίς να το καταλαβαίνουν τελικά, τους αποθαρρύνουν από οποιαδήποτε προσπάθεια δημιουργίας, γιατί τους λείπει η πίστη στις δυνάμεις τους και φοβούνται την αποτυχία.
Όλα τα παιδιά της ηλικίας μου εύχονται  να είναι επιεικείς οι γονείς απέναντι στα προβλήματά τους και τα λάθη τους. Συνήθως όμως αισθάνονται ότι οι γονείς δεν είναι συμπαραστάτες τους,  αλλά  άτεγκτοι κριτές τους και η σχέση τους στηρίζεται στο φόβο και όχι στην εμπιστοσύνη. Οι έφηβοι χρειάζονται περισσότερη κατανόηση και λιγότερη καθοδήγηση. Βοηθάει, πιστεύω, οι γονείς να θυμούνται τα δικά τους εφηβικά χρόνια, όχι όμως, για να συγκρίνονται με τα παιδιά τους, αλλά για να μπορούν να τα συναισθανθούν. Νομίζω ότι κάθε εποχή έχει τις δικές της αξίες και θα μου έδινε μεγάλη ανακούφιση, αν διαπίστωνα ότι οι μεγαλύτεροι, γονείς και καθηγητές,  σέβονται αυτή την αλλαγή και τη βλέπουν καμιά φορά με αισιοδοξία και όχι πάντα ως σημάδι παρακμής και αποδιοργάνωσης της κοινωνίας. 
Ξέρετε ποιο είναι το συνηθέστερο παράπονο και η πιο ανομολόγητη πικρία  πολλές φορές των συνομηλίκων μου; Από όσο έχω παρατηρήσει από τις συζητήσεις με τους φίλους μου, όσοι έχουν αδέρφια παραπονούνται για τις διακρίσεις των γονιών στην ανατροφή των παιδιών τους. Άλλοτε οι διακρίσεις σχετίζονται με το φύλο - άλλες απαιτήσεις έχουν οι γονείς από τα αγόρια τους και άλλες απ’  τα κορίτσια  τους -  άλλοτε με την ηλικία και άλλοτε γίνονται χωρίς φανερό λόγο. Πάντα όμως πληγώνουν το ίδιο. Συμπεριφορές  που τιμωρούνται αυστηρά σε ένα παιδί, για το άλλο περνούν απαρατήρητες ή έστω με μια μικρή επίπληξη, και το χειρότερο, επιτυχίες που έχει ένα παιδί, οι γονείς απαιτούν να τις επαναλάβει και το άλλο, ξεχνώντας ότι ο καθένας είναι διαφορετικός και έχει τις δικές του αρετές και τα δικά του όνειρα. Όταν δε τα παιδιά τους φιλονικούν, οι περισσότεροι γονείς  επεμβαίνουν και χειροτερεύουν την κατάσταση, αντί να αφήσουν τα παιδιά να επιλύσουν τις διαφορές τους μόνα τους ή ακόμη χειρότερα έχουν προαποφασίσει ποιος είναι ο υπαίτιος.
Ελπίζω η επιστολή αυτή να γίνει η αρχή για  συχνότερη συνομιλία και βαθύτερη επικοινωνία μεταξύ μας, με την προϋπόθεση πάντα ότι θα ξεκλέψετε περισσότερο χρόνο από το φορτωμένο επαγγελματικό σας πρόγραμμα...
       
                                                                                      Με αγάπη   

                                                                                  ………………..






Δες ένα βίντεο ντοκουμέντο με την Άννα Φρανκ, που τραβήχτηκε τυχαία