} f
#a466ff

11.7.18

Το σιδέρωμα, Αθηνά Παπαδάκη


Σιδέρωμα
Σύννεφα σε σχήματα μυαλού
κωπηλατούν στο καθαρό τζάμι
καθώς το γαλάζιο ορθώνεται
σιδερώνω
εξατμίζοντας ριπιδωτά ένα νωπό πουκάμισο.

26.6.18

Η επανάσταση, Σλάβομιρ Μρόζεκ


Φρανκ Μόρισον

    Στο δωμάτιό μου το κρεβάτι βρισκόταν εδώ, η ντουλάπα εκεί και το τραπέζι ανάμεσά τους. 
     Μέχρι που το βαρέθηκα. 
Έσυρα το κρεβάτι προς τα εκεί και την ντουλάπα προς τα εδώ.Για ένα διάστημα ένιωσα τη ζωογόνο αύρα του καινούργιου. Αλλά σε λίγο καιρό, και πάλι πλήξη. Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η αιτία της πλήξης ήταν το τραπέζι, ή μάλλον η θέση του στο κέντρο, που είχε μείνει αμετάβλητη.

17.6.18

Αυτοεγκατάλειψη, Λι Πο


Αυτοεγκατάλειψη

Καθόμουν εκεί πίνοντας κι ούτε κατάλαβα ότι σκοτείνιασε,
τα πέταλα των λουλουδιών που έπεφταν,
είχαν γεμίσει τα ρούχα μου παντού.
Μεθυσμένος σηκώθηκα και περπάτησα το μονοπάτι του φεγγαριού,
τα πουλιά είχαν φύγει και άνθρωποι υπήρχαν μόνο λίγοι.

14.6.18

Στὸν ποιητὴ ποὺ ἔγινε κριτικός μου, Κωστής Παλαμάς

Ὅ,τι κι ἂν κάμεις,
ὅπου νὰ δράμεις,
ἀπ᾿ ὅποιο γένος,
δικός μου ἢ ξένος,

9.6.18

Ξεπεσμός, B.D. Foxmoor

Είμαι low bap και φαίνομαι, δεν υποφέρομαι.
Δρόμε μου αμίλητε, τοπίο μου αγέραστο,
όνειρο απείραχτο,
πιοτό μου ακέραστο,
αταίριαστό εγώ μου,
μεγάλε ανήφορε,
λεπίδα στομωμένη,

7.6.18

Ο μικρός Σουκρής, Μενέλαος Λουντέμης (Συννεφιάζει-Απόσπασμα)

Από δω πάνου, απ' τη δραγατσά, φαίνουνται όλα ήμερα και καταλαγιασμένα. Ο χαμάλης πηγαινοέρχεται φυσώντας τον καπνό του και ταχτοποιεί σαν κομπολόι τα βαγόνια του. Ο κύριος σταθμάρχης κόβει βόλτες σαν το τρεχαντήρι κι ο κόσμος θαμπώνεται απ' τα πολλά σειρήτια που' χει στο καπέλο του. Οι καποτρένοι ξαναμωράθηκαν και παίζουνε σαν τα σκολιαρούδια με τις ντουντούκες. Όλα φαίνονται από δω καθαρά. Να κι ο Δημητρός ο αργάτης. Άφησε το φκυάρι του και τώρα τρυγυρίζει σαν τρελός. Κάποιον ψάχνει. Φωνάζει κιόλα, μα το σούσουρο του σταθμού είναι μεγάλο και δεν ακούγεται.