} f

14.2.17

Νά ’σαι καλά, δάσκαλε! , Γιώργος Ιωάννου


Θέμα

Το κείμενο περιγράφει την αγάπη ενός φιλολόγου για τη λαϊκή παράδοση και ειδικότερα για το δημοτικό τραγούδι, καθώς και την παιδαγωγική του μέθοδο, προκειμένου να αγαπήσουν τα παιδιά την τοπική τους παράδοση.

.
Ο τίτλος
Ο συγγραφέας αναρτά σε τίτλο μια φράση από το διήγημα. Με μια επιφωνηματική πρόταση εκφράζει την ευγνωμοσύνη του για την αγάπη και τη γνώση που του μετέδωσε ο εμπνευσμένος καθηγητής του για την παράδοση. Η προσφώνηση ‘δάσκαλε’ είναι ιδιαίτερα τιμητική, γιατί την επιφυλάσσουμε για παιδαγωγούς και διδάσκοντες, οι οποίοι δεν μας εξοικειώνουν απλώς με έναν τομέα γνώσης (μουσικής, κινηματογράφου, λογοτεχνίας, υποκριτικής, ιατρικής κ.λ.π.) αλλά μάς μεταδίδουν αξίες – υποθήκες για τη ζωή. Μας κάνουν με λίγα λόγια πιο καλούς και πιο ελεύθερους ανθρώπους.


Δομή
Το διήγημα μπορεί να διακριθεί σε τέσσερις ενότητες.
Ενότητα πρώτη: Πρόπερσι που φοιτούσα… Αυτά μας ταιριάζουν απόλυτα → ο νέος φιλόλογος και το πάθος του για την παράδοση
Ενότητα δεύτερη: Και σε λίγον καιρό…δική σας δουλειά να τα διορθώσετε, η διδασκαλία των δημοτικών τραγουδιών και η ανάθεση εργασιών
Ενότητα τρίτη: Πάντως η δική μου θέση… Μυστήριο μέγα!, → η πονηριά των δύο μαθητών και η επίπληξη.
Ενότητα τέταρτη: Δεν είναι μυστήριο …. Όταν το ξαναπήρε. → ο στοχασμός του συγγραφέα για την αδιαφορία προς την παράδοση

Ηθογράφηση του καθηγητή
Αξίζει  να σταχυολογήσουμε από το κείμενο τις παρατηρήσεις και τα σχόλια του συγγραφέα για το φιλόλογό τους:
Πολλή όρεξη για δουλειά/ Αγαπούσε το σχολείο/ήταν ζωντανός και αξιαγάπητος άνθρωπος/ Ήθελε να γνωρίσει τους ντόπιους και τα προβλήματά τους/ Έβαζε τα παιδιά να του πουν ιστορίες και τραγούδια/ Ήταν μέσα σ΄ όλα/ Τον περιτριγύριζαν πάντα παιδιά /Είχε ενθουσιασμό για τη δουλειά του / Τους έλεγε να προσέχουν τα πατρογονικά σαν τα μάτια τους / Έφεγγε ολόκληρος κατά τη διδασκαλία των  δημοτικών τραγουδιών/ Μας έκανε προβολές/ Μας παρακινούσε να τραγουδήσουμε/ Μας έβαλε να μαζέψουμε τραγούδια, παραμύθια κ.λ.π.
Από όλα τα παραπάνω, συμπεραίνουμε ότι ο φιλόλογος των παιδιών  είχε εφηβικό ενθουσιασμό, γνήσια αγάπη και αληθινό μεράκι για τη δουλειά του. Δεν ήταν απλώς καταρτισμένος αλλά ευρύτερα καλλιεργημένος άνθρωπος, γι΄ αυτό, παρόλο που καταγόταν από πόλη, ήξερε πολλές εκφάνσεις του λαϊκού πολιτισμού. Ήταν προσιτός στα παιδιά  και ιδιαίτερα αγαπητός, αφού επιζητούσαν την επικοινωνία μαζί του και εκτός σχολείου. Ακόμα και οι μεγαλύτεροι όμως τον συμπαθούσαν και τον εκτιμούσαν, πράγμα που δείχνει ότι δεν τους υποτιμούσε, ούτε τους κρατούσε σε απόσταση. Ήταν, λοιπόν, κοινωνικός, απλός και ευχάριστος. Η ζέση και το πάθος του για την ουσιαστική μάθηση και καλλιέργεια των παιδιών αποδεικνύεται από το γεγονός ότι δεν του  αρκούσε να διεκπεραιώνει τη διδακτέα ύλη, αλλά αφιέρωνε χρόνο και ενέργεια, για να κάνει το μάθημα  ζωντανό, πολυτροπικό, εμπειρικό. Εμπλούτιζε τη διδασκαλία του με εποπτικά μέσα, σε μια εποχή και σε έναν τόπο που κάτι τέτοιο ήταν πρωτοφανές. Όλα αυτά με προσωπικό κόπο και φροντίδα και κυρίως με τη δική του πρωτοβουλία. Αξιοσημείωτο είναι ότι  πολλές φορές μετακινούσε τον εαυτό του από τη θέση του δασκάλου και γινόταν αυτός ο μαθητής των παιδιών. Ο τρόπος δε που χειρίστηκε την πονηριά των μαθητών του προβάλλει την ηπιότητα του χαρακτήρα του, την  ευαισθησία του, ακόμη και το χιούμορ του.
Η μεγαλύτερη ίσως παιδαγωγική του επιτυχία ήταν ότι αφουγκράστηκε τις ιδιαίτερες ανάγκες των παιδιών  του τόπου και έθεσε τις  γνώσεις  και την πείρα του στην υπηρεσία τους.  


Γλώσσα

Ο Ιωάννου έλεγε ότι το πρώτο πράγμα που προσπαθούσε γράφοντας ήταν να μιλήσει απλά και με ειλικρίνεια. Η γλώσσα του διηγήματος είναι πράγματι απλή, αλλά ιδιαίτερα προσεγμένη, ώστε να ταιριάζει στο γλωσσικό κώδικα και το ύφος του έφηβου-αφηγητή. Ο συγγραφέας αντλεί από το καθημερινό λεξιλόγιο, χωρίς να καταφεύγει σε επιτηδευμένες εκφράσεις και μεγαλοστομίες (παλιατσαρίες, χωρατατζής, φύτρα, πατρογονικά, εθίματα ). Αποτυπώνει έτσι με ακρίβεια τα σχόλια και τις σκέψεις του νεαρού αφηγητή. Είναι βέβαια η φυσική δημοτική της εποχής, αλλά θυμίζει αρκετά το σύγχρονο, καθημερινό, προφορικό λόγο. Σκόπιμα δεν ακολουθεί την ακρίβεια στην έκφραση (π.χ. να πάω στη φιλολογία αντί να σπουδάσω στη φιλολογία / βγήκαμε διάλειμμα αντί βγήκαμε για διάλειμμα,/ Αυτοί, φίλε μου, ξέρανε ..) για να αφηγηθεί με ρεαλισμό  την ανάμνησή του. ΤΤ πρώτο όμως που προσπαθώ, είναι να μιλώ με ειλικρίνεια, με ευλάβεια μάλλον.
Εκφραστικά μέσα
Επειδή η επιδίωξη του συγγραφέα ήταν να μιλήσει απλά και ανεπιτήδευτα, όπως ένας νέος, τα εκφραστικά μέσα είναι μετρημένα και εξυπηρετούν  κυρίως την παραστατικότητα της περιγραφής. Πλούσιες είναι οι εικόνες, οι οποίες ζωντανεύουν τις σκηνές στην τάξη, τις αντιδράσεις των μαθητών και τη συμπεριφορά του δασκάλου. Χαρακτηριστικός είναι ο διάλογος μεταξύ μαθητών και δασκάλου, ο οποίος φωτίζει περισσότερο την προσωπικότητά του και την επιρροή του. Εντοπίζονται ακόμα ρητορικές ερωτήσεις, ελάχιστες μεταφορές (έφεγγε πια ολόκληρος, τα άγια των αγίων)  και παρομοιώσεις (ένας θησαυρός κρυφός και αλογάριαστος / σαν να ΄βλεπε στα βάθη έναν σιχαμερό εχθρό…), όλες συνδεδεμένες με την παράδοση.



Αφηγηματική τεχνική
Ο αφηγητής της ιστορίας είναι ένας νέος, που μέχρι πριν τρία χρόνια τουλάχιστον φοιτούσε στο γυμνάσιο. Προέρχεται από μεγάλη πόλη, αλλά οι επαγγελματικές υποχρεώσεις του πατέρα του τον έφεραν στην επαρχία, όπου φοιτά σε γυμνάσιο της περιοχής. Περιγράφει τα γεγονότα και τους χαρακτήρες όπως τα αισθάνθηκε και τα επεξεργάστηκε ο ίδιος, δηλαδή μέσα από τη δική του οπτική, άρα η αφήγηση  είναι εσωτερικής εστίασης. Διηγείται σε α΄ γραμματικό πρόσωπο γεγονότα, στα οποία έλαβε μέρος , άρα η αφήγηση είναι άμεση και ο αφηγητής είναι δραματοποιημένος.  
Βέβαια, στην τελευταία παράγραφο (Δεν είναι μυστήριο δάσκαλε….το ξαναπήρε) διατυπώνει τις σκέψεις του ώριμος πια ο αφηγητής  μετά από πολλά  χρόνια, γιατί είναι σε θέση να γνωρίζει τι απέγινε ο συμμαθητής του. Απευθύνεται μάλιστα νοητά στο δάσκαλό του. Έτσι, η αφήγηση έχει τρία χρονικά επίπεδα: το χρόνο εξέλιξης της ιστορίας, το χρόνο αφήγησης του νεαρού και το χρόνο αφήγησης του ενήλικα συγγραφέα .

Γορτυνία 1960

Απαντήσεις στις ερωτήσεις του σχολικού βιβλίου

1.                  Ποια γνώμη είχαν τα παιδιά για τα λαϊκά ήθη και έθιμα του τόπου τους; Πού οφείλεται και πώς εκδηλώνεται η αλλαγή της στάσης τους;

Τα παιδιά της επαρχίας θεωρούσαν ότι η παράδοσή τους, τα ήθη και τα έθιμά τους ήταν παλιά και άχρηστα, αφού δεν ήταν αποδεκτά από το σύνολο. Η αντίληψη αυτή των παιδιών αντανακλά σε μεγάλο βαθμό τις απόψεις πολλών παιδιών της επαρχίας ,αφού αισθάνονται μειονεκτικά έναντι των παιδιών των πόλεων έχοντας  πλαστή εικόνα και των άλλων και του εαυτού τους Η γνώμη τους όμως αλλάζει, όταν ο φιλόλογος δείχνει πρώτα πρώτα ο ίδιος γνήσιο και συνεχές ενδιαφέρον για την παράδοση του τόπου. Στη συνέχεια μέσα από διάφορες δραστηριότητες που τους αναθέτει, αναδεικνύει την πολυτιμότητα  του λαϊκού πολιτισμού, αφού είναι τα άγια των αγίων. Η αλλαγή αυτή στη συμπεριφορά τους φανερώνεται από τον έκδηλο ενθουσιασμό τους (ήταν τόσος ο ενθουσιασμός)  και από  την ακούραστη προσπάθειά τους να συγκεντρώσουν όσο περισσότερα στοιχεία μπορούσαν για τον τόπο τους από το κοινωνικό και οικογενειακό τους περιβάλλον,.


2.                  Με ποιους τρόπους καλλιέργησε ο φιλόλογος στους μαθητές το ενδιαφέρον για τον λαϊκό πολιτισμό και την τοπική παράδοση;

Ο καθηγητής έτρεφε μεγάλη αγάπη για τον λαϊκό πολιτισμό και αυτό προσπάθησε να το μεταδώσει στα παιδιά και στο τέλος τα κατάφερε. Η αφορμή δόθηκε με την διδασκαλία των δημοτικών τραγουδιών στο μάθημα των Νέων Ελληνικών. Ο φιλόλογος διάβαζε μέσα στη σχολική τάξη βιβλία με δημοτικά τραγούδια, έκανε προβολές παρουσιάζοντας φορεσιές, σπίτια  από διάφορους τόπους,  έβαζε δίσκους με δημοτικά τραγούδια, τραγουδώντας ο ίδιος και παρακινώντας τα παιδιά να τραγουδήσουν μαζί του. Έτσι λοιπόν τα παιδιά ξεφοβήθηκαν και ξεντράπηκαν, δείχνοντας μεγαλύτερο ζήλο για τον πολιτισμό τους. Επίσης, πρωτοπορεί εφαρμόζοντας τις βασικές αρχές του «σχολείου εργασίας», αναθέτοντας στους μαθητές δραστηριότητες τόσο διδακτικές όσο και ευχάριστες.  Η συγκέντρωση τραγουδιών, παραμυθιών και εθίμων από το άμεσο περιβάλλον τους, οικογενειακό και κοινωνικό ήταν μια πολύ ζωντανή ιδέα. Ένας ακόμη λόγος που εξηγεί την απήχηση που είχε το έργο του είναι ότι αντιλήφθηκε τις ανάγκες των παιδιών του τόπου και χωρίς να δεσμεύεται από το αναλυτικό πρόγραμμα  προσάρμοσε το μάθημα σ΄αυτές και όχι το αντίστροφο. Ακόμα  τα παιδιά αγάπησαν περισσότερο τις δημιουργικές εργασίες,γιατί δεν τις επέβαλλε το στεγνό υποχρεωτικό μάθημα αλλά η αυθόρμητη έμπνευση.

3.   Στο διήγημα συγκρίνονται δυο μοντέλα σχολικής διδασκαλίας. Ποια είναι αυτά και ποιο προβάλλεται ως καλύτερο;

Στο διήγημα συγκρίνονται δυο μοντέλα σχολικής διδασκαλίας. Το πρώτο είναι το μοντέλο της προσωποκεντρικής διδασκαλίας, όπου ο καθηγητής μεταδίδει τη γνώση στους μαθητές, χωρίς να τους αναθέτει εργασίες αναζήτησής της και χωρίς να συμμετέχουν ενεργά στην σχολική διαδικασία. Το δεύτερο είναι το μοντέλο της διαθεματικής διδασκαλίας, σύμφωνα με το οποίο οι μαθητές  ενεργοποιούνται μέσα από διάφορες δραστηριότητες ατομικές και συλλογικές και συμμετέχουν ενεργά  στην εκπαιδευτική διαδικασία. Ο συγγραφέας προβάλλοντας και συγκρίνοντας τα δυο μοντέλα, αποδεικνύει ότι αποδοτικότερο είναι το δεύτερο, αφού οι μαθητές στην συγκεκριμένη περίπτωση όχι μόνο δραστηριοποιούνται, αλλά και ανακαλύπτουν τις ρίζες τους και τον πολιτισμό τους. Διασώζουν μάλιστα και στοιχεία πολιτισμού, που δεν ήταν καταγεγραμμένα πουθενά και κανένα σχολικό βιβλίο δεν θα μπορούσε να εμπεριέχει. Πάνω από όλα .όμως η επιτυχία αυτού του μοντέλου έγκειται στο γεγονός ότι μυεί τα παιδιά στην αυτομόρφωση, δηλαδή τα μαθαίνει να μαθαίνουν.

4.                  Ο αφηγητής αναφέρει ότι ο ίδιος δυσκολευόταν να ανταποκριθεί στην προσπάθεια συγκέντρωσης του λαογραφικού υλικού. Γιατί; Πως κρίνετε τη «μικρή πονηριά» του;


     Ο αφηγητής εξομολογείται  ότι ή δική του θέση ήταν κάπως δύσκολη ως προς τη συγκέντρωση του λαογραφικού υλικού. Η δυσκολία έγκειται στο γεγονός ότι προερχόταν από ένα μεγάλο αστικό κέντρο. Εκεί τα παιδιά είχαν αποκοπεί εντελώς από το λαϊκό πολιτισμό και είχαν παρασυρθεί στη δίνη της προόδου και της τεχνολογίας, σε αντίθεση με τα παιδιά της επαρχίας που ήταν πιο κοντά στην παράδοση. Θέλοντας να φανεί συνεπής και ισάξιος με τους συμμαθητές του, κάνει μια μικρή πονηριά: αντιγράφει δημοτικά τραγούδια από ένα παλιό αναγνωστικό του δημοτικού. Προβαίνει σε αυτή την ενέργεια, γιατί δεν είχε συγγενικά πρόσωπα με καταγωγή από την περιοχή αυτή, ώστε να τον πληροφορήσουν για τα ήθη και τα έθιμα του τόπου, αλλά και γιατί δεν μπορούσε να κατανοήσει αυτό τον πολιτισμό. Ακόμα κι αν συγκέντρωνε λίγες πληροφορίες, δεν θα μπορούσε να τις αξιοποιήσει, ενώ οι συμμαθητές του τα μισοξέρανε αυτά τα πράγματα και έτσι αμέσως τα καταλάβαιναν. Επομένως, οι δυσκολίες  συλλογής υλικού ήταν πραγματικές.
Έτσι, ο μαθητής  αποφάσισε να  καταφύγει στην «απάτη», ενώ θα μπορούσε να εξηγήσει το πρόβλημα στον καθηγητή του,  αφού μάλιστα  ήταν προσιτός και  πράος άνθρωπος. Το γεγονός όμως ότι αφιέρωσε χρόνο και ενέργεια, για να παρουσιάσει εργασία και δεν χρησιμοποίησε ως δικαιολογία την καταγωγή του, για να απέχει, δείχνει παιδί φιλότιμο και εργατικό. Γι΄αυτό και ο καθηγητής του φαίνεται να του αναγνωρίζει ελαφρυντικά και να τον μαλώνει γλυκά αντίθετα με το συμμαθητή του που υπέπεσε σε παρόμοιο παράπτωμα.