} f
Πρώτη Σελίδα

7.9.20

Ο κυνικός, Α. Π. Τσέχωφ

M.C, Escher, Η συνάντηση, Λιθογραφία 1944

Μεσημέρι. Ο διευθυντής του «Θηριοτροφείου αδελφών Πινχάου», απόστρατος ανθυπασπιστής Γιεγκόρ Σιούσιν, ένα γεροδεμένο παλικάρι με πλαδαρό, λιπόσαρκο πρόσωπο, φορώντας μια βρώμικη πουκαμίσα και ένα λερωμένο φράκο ήταν ήδη μεθυσμένος. Μπροστά στο κοινό στριφογύριζε σαν διάβολος: έτρεχε, χαχάνιζε, περιστρεφόταν, έπαιζε με τα μάτια του και κυριολεκτικά ακκιζόταν με χοντροκομμένες κινήσεις και ξεκούμπωτο σακάκι. Όταν το μεγάλο κουρεμένο κεφάλι του ήταν γεμάτο από αναθυμιάσεις του κρασιού, το κοινό τον αγαπούσε. Εκείνες τις στιγμές δεν του ήταν εύκολο να «μιλάει» για τα θηρία, γι’ αυτό χρησιμοποιούσε ένα νέο, αποκλειστικά δικά του τρόπο.

– Πώς να σας μιλήσω;- ρωτούσε το κοινό, κλείνοντας το μάτι του. – Απλά ή με τη βοήθεια της ψυχολογίας και των ροπών;

– Με την βοήθεια της ψυχολογίας και των ροπών!

– Bene! Ξεκινάω! Αφρικανικός λέων! – έλεγε, ταλαντευόμενος και κοιτάζοντας ειρωνικά το λιοντάρι, το οποίο καθόταν στην άκρη του κλουβιού, ανοιγοκλείνοντας μειλίχια τα μάτια του. – Συνώνυμο της παντοδυναμίας που συνδυάζει την χάρη, την ομορφιά και την υπερηφάνεια του ζωικού βασιλείου! Κάποτε, στα χρόνια της νιότης του, σαγήνευε με την δύναμη και το μουγκρητό του προκαλούσε τρόμο στην γύρω περιοχή, τώρα όμως… Χο – χο – χο… τώρα όμως, κάθεται σα βλάκας μέσα στο κλουβί… Τι χαμπάρια φιλαράκο λιοντάρι; Αράζεις; Φιλοσοφείς; Καλά θα ήταν να τρέχεις στα δάση, μα έτσι όπως είσαι πού να πας! – νόμιζες πως δεν υπάρχει πιο δυνατό θηρίο, πως είσαι τόσο ανεξάρτητος, μα έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, κατάλαβες πως η μοίρα είναι πιο δυνατή…παρόλο που κι αυτή χαζή είναι, μα πιο δυνατή παρόλα αυτά… Χο-χο-χο! Βλέπεις πού σ’ έφεραν οι διάβολοι από την Αφρική! Ούτε καν που σου ‘χε περάσει από το μυαλό πως θα καταλήξεις εδώ!  Κι εμένα όμως φιλαράκο μου, ο διάβολος με πήρε και με σήκωσε! Και στο γυμνάσιο πήγα και στην καγκελαρία και τοπομέτρης έκανα και στον τηλέγραφο δούλεψα και σε στρατιωτικό εργοστάσιο και σε φάμπρικα μακαρονιών… Ένας διάβολος ξέρει μόνο που δεν δούλεψα! Τελικά όμως στο θηριοτροφείο κατέληξα… στη δυσωδία… Χο-χο-χο!

Το κοινό, μπολιασμένο με το ειλικρινές γέλιο του μεθυσμένου Σιούσιν, χαχάνιζε κι αυτό.

– Για δες, θέλει την λεφτεριά του! – έλεγε κλείνοντας το μάτι στο λιοντάρι ένας πιτσιρίκος που μύριζε άρωμα και είχε ένα πρόσωπο σκεπασμένο με πολύχρωμες πλαδαρές κηλίδες.

– Δεν έχει να πάει πουθενά! Ακόμη κι αν τον αφήσουμε, πίσω στο κλουβί θα γυρίσει. Συμβιβάστηκε. Χο-χο-χο! Η ώρα σου ήρθε λέοντα να πεθάνεις! Τι κάνεις πια εδώ αδελφάκι μου, γιατί το τραβάς; Μόνος σου πρέπει να ψοφήσεις! Δεν έχεις να περιμένεις τίποτα! Τι με κοιτάς; Καλά τα λέω!

Ο Σιούσιν οδηγούσε το κοινό στο επόμενο κλουβί, όπου χτυπιόταν και πηγαινοερχόταν μία αγριόγατα.

– Αγριόγατα! Η πρόγονος των γάτων και των γατιών σας! Δεν έχουν περάσει ούτε τρεις μήνες από τότε που την έπιασαν και την έκλεισαν στο κλουβί. Γρυλίζει, τρέχει πέρα δώθε, λαμποκοπούν τα μάτια της, δεν επιτρέπει σε κανέναν να την πλησιάσει. Μέρα και νύχτα γρατζουνάει το κλουβί: ψάχνει την έξοδο! Θα έδινε ένα εκατομμύριο, τη μισή της ζωή, τα παιδιά της, αρκεί να μπορούσε τώρα να γυρίσει στο σπίτι της. Χο-χο-χο… Γιατί χτυπιέσαι, βλαμμένη; Γιατί παιδεύεσαι; Δεν πρόκειται να βγεις από ‘δω! Θα ψοφήσεις, μα δεν θα βγεις! Άρχισε, λοιπόν, να συνηθίζεις, συμβιβάσου! Να ξέρεις πάντως πως όχι μόνο θα συμβιβαστείς, μα θα γλείφεις και τα χέρια μας, ναι τα δικά μας χέρια που σε βασανίζουν! Χο-χο-χο… Εδώ, φίλη μου, είναι η κόλαση του Δάντη: εγκαταλείψετε κάθε ελπίδα!

Ο κυνισμός του Σιούσιν άρχισε σιγά – σιγά να εκνευρίζει το κοινό.

– Δεν καταλαβαίνω ποιο είναι το αστείο εδώ- είπε κάποιος με στεντόρια φωνή.

– Τρίζει τα δόντια κι ούτε ξέρει το γιατί, το κάνει με τόση χαρά…- είπε ο ελαιοχρωματιστής.

– Αυτός είναι ο πίθηκος!- συνέχιζε ο Σιούσιν, πλησιάζοντας το επόμενο κλουβί. – Άχρηστο ζώο! Ξέρω πως μας μισεί, θα ήταν τρισευτυχισμένη, αν μπορούσε να διαλύσει το κλουβί, κοιτάξτε όμως πώς χαμογελάει και μας γλείφει τα χέρια! Δουλική φύση! Χο-χο-χο… Για ένα κομματάκι ζάχαρης είναι ικανή να προσκυνήσει τον βασανιστή της και να κάνει τον γελωτοποιό… Δεν μ’ αρέσουν αυτά!… Αυτό όμως σας το συστήνω, η γαζέλα!- λέει ο Σιούσιν, οδηγώντας το κοινό στο κλουβί, όπου καθόταν μία μικρή, αδύνατη γαζέλα με μεγάλα, κλαμένα μάτια! – Αυτή είναι έτοιμη πια! Δεν πρόλαβε να βρεθεί μέσα στο κλουβί κι είναι έτοιμη να τα κακαρώσει: είναι στο τελευταίο στάδιο της φυματίωσης! Χο-χο-χο… Κοιτάξτε: τα μάτια σας είναι σχεδόν σαν ανθρώπινα, κλαίνε! Κατανοητό! Νέα είναι, όμορφη, θέλει να ζήσει! Κανονικά, θα έπρεπε να είναι ελεύθερη, να τρέχει με τα όμορφα αρσενικά, να μυρίζονται, κι αντί γι’ αυτό είναι εδώ, σε τούτα τα βρωμερά άχυρα, όπου έχει αυτές τις βρωμερές μυρωδιές των σκύλων και των αλόγων. Τι παράξενο όμως που είναι, αργοπεθαίνει και στα μάτια της λάμπει η ελπίδα! Τι σου είναι η νιότη! Ε; Χαρά σ’ εσάς τους νεαρούς! Εσύ όμως άδικα ελπίζεις, μητερούλα μου! Θα τινάξεις τα πέταλα ελπίζοντας. Χο-χο-χο…

– Φίλε, σε παρακαλώ, μην την τυραννάς μ’ αυτά που λες…- είπε ο μπογιατζής συνοφρυωμένος. – Είναι απαίσιο αυτό που κάνεις!

Το κοινό δεν γελούσε πια. Χαχάνιζε και ξεφυσούσε μόνο ο Σιούσιν. Όσο εκνευριζόταν το κοινό, τότε πιο δυνατά και υστερικά γελούσε. Οι άλλοι όμως είχαν αρχίσει να προσέχουν πως είναι άσχημος, βρώμικος, κυνικός και τότε στο βλέμμα τους φάνηκε το μίσος και η κακία.

– Αυτός εδώ είναι ένας γερανός, αυτοπροσώπως!- είπε χωρίς να χάνει το κουράγιο του Σιούσιν, πλησιάζοντας το γερανό που στεκόταν μπροστά σε ένα κλουβί. – Γεννήθηκε στη Ρωσία, πέταξε στον Νείλο, όπου συζητούσε με κροκόδειλους και τίγρεις. Είχε ένα θαυμάσιο παρελθόν… Κοιτάξτε: είναι σκεφτικός και συγκεντρωμένος! Είναι τόσο απασχολημένος με τις σκέψεις του που δεν προσέχει τίποτα… Όνειρα, όνειρα! Χο-χο-χο!… «Να, θα τους βαρέσω όλους στο κεφάλι, θα πετάξω μέσα από το παραθυράκι και θα πάω ψηλά, στον γαλανό ουρανό, στο ουράνιο λαζούρι! Κι εκεί, ψηλά στον γαλανό ουρανό, θα έχει τώρα σμήνη γερανών που πετούν προς τις ζεστές χώρες και κρώζουν κρα…κρα…κρα…» Ω, κοιτάξτε: σήκωσε ψηλά τα φτερά του! Αυτό σημαίνει πως  πάνω στην κάψα των ονειροπολήσεών του θυμήθηκε πως οι φτερούγες του είναι κομμένες και ένιωσε την φρίκη να τον κυριεύει, η απόγνωση. Χο-χο-χο… Απροσκύνητη φύση. Οι φτερούγες έτσι κομμένες θα κρέμονται για πάντα, μέχρι να ψοφήσει. Ασυμβίβαστος, περήφανος! Εμείς όμως, αδιαφορούμε παντελώς για σένα και για το ότι είσαι ασυμβίβαστος! Είσαι περήφανος, αδούλωτος, εγώ όμως χαχανίζω και τραβάω το κοινό από τη μύτη. Χο-χο-χο…

Ο Σιούσιν άρπαξε τον γερανό από το ράμφος και άρχισε να τον σέρνει.

– Μην τα τυραννάς! – ακούστηκε να φωνάζουν πολλοί.- Άφησε τον! Τι διάβολο γίνεται; Πού είναι ο ιδιοκτήτης; Πώς επιτρέπουν σε έναν μεθυσμένο να βασανίζει τα ζώα!

– Χο-χο-χο… Μα πώς τα βασανίζω;…

– Να έτσι, με αυτά τα διάφορα αστεία σου… Δεν κάνει!

– Μα εσείς με παρακαλέσατε να σας ξεναγήσω με τη βοήθεια της ψυχολογίας!… Χο-χο-χο…

Το κοινό θυμήθηκε πως εξαιτίας της «ψυχολογίας» είχε έρθει στο θηριοτροφείο, ότι περίμενε ανυπόμονα πώς θα βγει από το καμαράκι του ο μεθυσμένος Σιούσιν και θα αρχίσει την ξενάγηση, και προκειμένου να εξηγήσει κάπως την κακία του, είχε αρχίσει να δυσανασχετεί για την ελλιπή τροφή, τα στενά κλουβιά κ.λπ.

Τα ταΐζουμε,- είπε ο Σιούσιν, μισοκλείνοντας ειρωνικά τα μάτια στο κοινό.- Σε λίγο θα τα ταΐσουμε… κάντε μου τη χάρη!

Ανασήκωσε βαριεστημένα του ώμους, χώθηκε κάτω από ένα πάγκο κι έβγαλε μέσα από κάτι ζεστές κουβέρτες ένα βόα.

– Τα ταΐζουμε… Απαγορεύεται! Είναι ηθοποιοί, αν δεν τους ταΐσεις, ψοφάνε! Κύριε λαγουδάκι,  venez ici! Κοπιάστε!

Στην σκηνή εμφανίστηκε ένα λευκό λαγουδάκι με κόκκινα μάτια.

Τα σέβη μου, Κύριε!- είπε ο Σιούσιν, χειρονομώντας μπροστά στην μικρή μούρη του. – Έχω την τιμή να σας συστηθώ! Σας συστήνω τον κύριο βόα, ο οποίος θέλει να σας φάει! Χο-χο-χο… Δεν σ’ αρέσει, αδελφούλη; Γιατί κάνεις γκριμάτσες; Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα! Δεν φταίω εγώ! Αν όχι σήμερα, αύριο σίγουρα… Αν όχι εγώ, τότε κάποιος άλλος… Το ίδιο είναι. Αυτή είναι η φιλοσοφία, αδελφέ μου λαγέ! Τώρα τουλάχιστον είσαι ζωντανός, μυρίζεις τον αγέρα, σκέφτεσαι και μετά από ένα λεπτό θα είσαι μία άμορφη μάζα! Παρακαλώ! Η ζωή, αδελφέ μου, είναι τόσο όμορφη! Θεέ μου, πόσο όμορφη!

– Δεν χρειάζεται το τάισμα!- ακούστηκαν να λένε μερικές φωνές. – Φτάνει! Δεν χρειάζεται!

– Λυπάμαι! – συνέχισε ο Σιούσιν, θαρρείς και δεν άκουγε τις φωνές του κοινού.- Η προσωπικότητα, το άτομο, ολόκληρη η ζωή… έχει ταίρι, παιδάκια και… ξαφνικά τώρα – χαμ! Παρακαλώ, κοπιάστε! Όσο κι αν λυπάμαι, πρέπει να γίνει!

Ο Σιύσιν άρπαξε το λαγουδάκι και γελώντας το έφερε απέναντι στα ανοιχτό στόμα του βόα. Πριν όμως προλάβει να παγώσει το λαγουδάκι από τον τρόμο του, το άρπαξαν δεκάδες χέρια. Ακούστηκαν οι επικλήσεις του κοινού για την Φιλοζωϊκή Εταιρεία. Χέρια κουνιούνται, φωνές και χτυπήματα ακούγονται. Ο Σιούσιν γελώντας τρέχει να κρυφτεί στην καμαρούλα του.

Το κοινό βγήκε θυμωμένο από το θηριοτροφείο. Θέλει να κάνει εμετό, θαρρείς κι είχε καταπιεί μία μύγα. Δεν πέρασαν λίγες ημέρες και οι ήμεροι πλέον θαμώνες του θηριοτροφείου, νιώθουν ξανά την επιθυμία να πάνε στον Σιούσιν, όπως συμβαίνει με τους εθισμένους στην βότκα ή τον καπνό. Θέλουν για άλλη μία φορά να τον δουν τον αποκρουστικό, σαν ψυχρό ρίγος στην πλάτη, κυνισμό του.

Μετάφραση: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης