} f expr:class='"loading" + data:blog.mobileClass'>
Πρώτη Σελίδα

1.8.19

Η μωβ φράντζα, Χίλντα Παπαδημητρίου

Εμένα με βασάνιζε καθημερινά από τότε που έκλεισα τα 40. Καθώς περίμενα τα βράδια τον Αλέκο, σκεφτόμουν ότι αλλιώτικη ζωή είχα ονειρευτεί. Ζωγράφος ήθελα να γίνω. Στην Καλών Τεχνών γνώρισα τον Αλέξανδρο, που θα γινόταν – υποτίθεται! - ο μεγαλύτερος γλύπτης της γενιάς του.

Τον ερωτεύτηκα επειδή έπαιζε ωραία κιθάρα τραγουδώντας Ντίλαν και Τσιτσάνη και για τα πλούσια ξανθά μαλλιά του. Βρέθηκα παντρεμένη πριν το καταλάβω. Και ο Αλέξανδρος έγινε Αλέκος, τα πυκνά μαλλιά του έδωσαν τη θέση τους σε μιαν άχαρη φαλάκρα. Παράτησε τη γλυπτική για να ανοίξει βιοτεχνία τουριστικών αγαλματιδίων.
Ξέχασε και την επανάσταση –ήταν μπροστάρης του ΚΚΕ μ-λ, κάποτε– κι άρχισε κάτι ύποπτες δουλίτσες με τον Αντώνη που τον σιχαινόταν στη σχολή αλλά τον ξεσιχάθηκε όταν έμαθε πως έγινε γραμματέας στο υπουργείο Τουρισμού. Μεγαλοπιάστηκε ο Αλέκος, πήρε τζιπ, έχτισε μεζονέτα στην Νέα Ερυθραία, ήθελε σαλέ στην Αράχοβα.
Ύστερα έσκασε η κρίση. Πάει η βιοτεχνία, πάει η μεζονέτα, πάει το τζιπ και το δικό μου το Smart. Γιατί ο Αντώνης δεν κούνησε δαχτυλάκι για να τον σώσει. «Να μην έπαιρνες δάνεια, μεγάλε!», του είπε.
Έτσι, μετακομίσαμε στη ΣαλαΜύκονο. Το ημιαυθαίρετο παλατάκι των γονιών του Αλέκου ήταν στο Αιάντειο. Πανευτυχής ο Αλέκος. Ξαναβρήκε τους παιδικούς του φίλους και μαζί το κέφι του. Έπιναν τα κρασάκια τους και μπουρδολογούσαν κάθε βράδυ, ενώ εγώ έβραζα στο ζουμί μου. Χωρίς παρέες, χωρίς ζωή.
Το ποτήρι ξεχείλισε όταν οι γυναίκες των φίλων του με ενημέρωσαν (καλοπροαίρετα φυσικά!) ότι ο Αλέκος έχει κολλήσει με μια Ουκρανή σερβιτόρα που δούλευε σε μπαράκι στο ΝΑΤΟ. Τότε αποφάσισα να εξαφανιστώ. Για λίγο ή για πάντα. Να ξεκινήσω νέα ζωή.
Η τύχη με ήθελε, πάντως. Ενα βράδυ που καθόμασταν στη βεράντα, μια ιπτάμενη κατσαρίδα μπλέχτηκε στα μαλλιά μου. Αρχισα να ουρλιάζω και ο Αλέκος με άρπαξε σφιχτά από το μπράτσο για να την ξεμπερδέψει, φωνάζοντας: «Σκάσε, γαμώ την Παναχαϊκή μου!». Την άλλη μέρα, όλες οι γειτόνισσες πέρασαν για καφέ και με κοιτούσαν με βλέμματα οίκτου. Μια μάλιστα, βλέποντας τη μελανιά από τη λαβή του Αλέκου στο μπράτσο μου, δεν άντεξε: «Μην του επιτρέπεις να σου φέρεται έτσι!»
Μάζεψα λίγα λεφτά και τα έκρυψα στο συρτάρι με τα εσώρουχά μου. Κατέβασα από το πατάρι τους χάρτες των νησιών που μάζευα στα φοιτητικά μου χρόνια και το σλίπινγκ μπαγκ. Ο ορίζοντάς μου ήταν εκείνο το καλοκαίρι. Θα το ζούσα όπως ζούσαμε τα καλοκαίρια τα παλιά χρόνια. Υστερα, θα αποφάσιζα τι θα κάνω στη ζωή μου.
Το δεύτερο βολικό περιστατικό συνέβη τη βραδιά που τον περίμενα να γιορτάσουμε στην 20ή επέτειο του γάμου μας. Είχα ανοίξει ένα καλό κρασί, είχα παραγγείλει την αγαπημένη του τούρτα με φράουλες, άναψα κεράκια. Ο Αλέκος δεν γύρισε. Καθόλου.
Όταν έλιωσαν τα κεράκια, πέταξα την τούρτα στα σκουπίδια και σιγά σιγά ήπια μόνη μου το κρασί. Σηκώθηκα να πάω τουαλέτα ζαλισμένη, έπεσα και χτύπησα στη γωνία του τραπεζιού. Την άλλη μέρα το αριστερό μου μάγουλο ήταν μελανιασμένο. Τα βλέμματα της γειτονιάς με ακολουθούσαν μια βδομάδα. Ακόμα και η Γεωργιανή καθαρίστρια μου είπε: «Κυρία Αννα, να τον καταγγείλεις στην αστυνομία. Θα έρθω μάρτυρας».
Και μια ωραία πρωία έφυγα. Πέρασα στον Πειραιά, αγόρασα ένα γερό σακίδιο και μπήκα στο πρώτο κομμωτήριο. Είπα στην κομμώτρια να μου τα κόψει κοντά και να τα βάψει. Εκείνη μου πρότεινε τη μοβ φράντζα. Μια καινούργια γυναίκα πήρε το πρώτο πλοίο για Κυκλάδες.
Κατέβηκα στην Αμοργό. Στη βδομάδα πάνω γνώρισα μια Αμερικανίδα, μόνιμη κάτοικο του νησιού, που μου παραχώρησε ένα δωματιάκι στο σπίτι της με αντάλλαγμα να τη βοηθάω στην περιποίηση των αδέσποτων που μάζευε και στείρωνε.
Εκεί είδα για πρώτη φορά ειδήσεις στην τηλεόραση. Πρώτο θέμα, η εξαφάνιση μιας νοικοκυράς (αυτή ήμουν εγώ!) Υποψίες ότι την δολοφόνησε ο σύζυγός της (ο Αλέκος!). Ολη η Σαλαμίνα ήταν ανάστατη. Μάρτυρες επιβεβαίωσαν ότι ο ύποπτος κακοποιούσε συστηματικά τη γυναίκα του. Έσκασε και η πληροφορία ότι ο σύζυγος διατηρούσε σχέσεις με αλλοδαπή σερβιτόρα. Χα!
Η θέση του επιβαρύνθηκε όταν στο πλυντήριο βρέθηκε μια ματωμένη πετσέτα. Κανείς δεν τον πίστεψε πως είχα κοπεί ξυρίζοντας τα πόδια μου. Η αστυνομία απεφάνθη ότι το DNA ανήκε στην εξαφανισθείσα! Το πράγμα γινόταν όλο πιο συναρπαστικό.
Στον μήνα πάνω, όταν άρχισε να ξεβάφει η μοβ φράντζα, πήγα Αστυπάλαια. Θυμήθηκα την παλιά μου τέχνη και έστησα καβαλέτο στον Πέρα Γιαλό. Σκιτσάριζα πορτρέτα των τουριστών με κάρβουνο, έβγαινε το χαρτζιλίκι. Έβαψα τα μαλλιά μου μοβ για να γιορτάσω την προφυλάκιση του Αλέκου για τη δολοφονία και την εξαφάνιση του πτώματός μου.
Μετά... έγινε η στραβή. Σε έλεγχο της αστυνομίας για το παρεμπόριο, κάποιος αναπόδιασε με το μοβ μαλλί μου και με κουβάλησε στο τμήμα. Αλλά δεν διέπραξα κανένα αδίκημα. Εφυγα, απλώς. Γιατί, εσύ δεν το έχεις ονειρευτεί ποτέ, αστυνόμε;

Τελευταίο βιβλίο της Χ. Παπαδημητρίου είναι το «Έχουνε όλοι κακούς σκοπούς»
 (Μεταίχμιο, 2018)
Πηγή: Είμαι στα χάη μου