} f

30.3.17

Η εσχάτη των ποινών, Νίκος Χουλιαράς- Απαντήσεις




Απαντήσεις στις ερωτήσεις του σχολικού βιβλίου
1.     Χωρίστε το διήγημα σε ενότητες και γράψτε έναν πλαγιότιτλο που να αποδίδει σύντομα το περιεχόμενο της καθεμιάς.
Το διήγημα χωρίζεται σε  πέντε ενότητες.
α) «Δεν υπάρχει άλλος στο νησί…παρόλο που είναι γείτονες» το πάθος  του Δαμιανού για το ποδόσφαιρο και ο αποκλεισμός του .
β) «Ας είναι…εκεί τους άλλους» οι καλοκαιρινοί αγώνες μεταξύ ντόπιων και ξένων.
γ) «Ο ήλιος έχει πάρει…του μικρού αυτή την ώρα»  ο νέος αποκλεισμός του Δαμιανού από τον αγώνα και η απογοήτευσή του.
δ) «Στο μεταξύ ο αγώνας…. και το διαλύουν» η ισοπαλία των δυο ομάδων και η αναβολή του αγώνα για την επομένη.
ε) «Ο Δαμιανός Καράντζας…τα βράχια του Σταύρου» η εσχάτη των ποινών.



2.     Ποιος αφηγείται την ιστορία του Δαμιανού και ποια γλωσσική ιδιαιτερότητα διακρίνετε στην αφήγησή του; Εξηγήστε τη λειτουργία της.

Α) Ο συγγραφέας παρουσιάζει την ιστορία του μικρού Δαμιανού με εναλλαγές στην οπτική της αφήγησης. Εμφανίζεται  άλλοτε ως αφηγητής παντογνώστης και άλλοτε ως απλός παρατηρητής. Ως αφηγητής παντογνώστης ξέρει και αποκαλύπτει τις βαθύτερες σκέψεις του Δαμιανού. Π.χ.  «Γι’ αυτό, φέρνει στο νού του, γρήγορα ένα ένα.». Ως παρατηρητής δεν γνωρίζει τα πάντα π.χ. «Δεν ακούω τι λένε», αλλά συμμετέχει συναισθηματικά στα δρώμενα. Δίνει μάλιστα την εντύπωση ότι βρίσκεται στις εξέδρες ανάμεσα στους θεατές - οπαδούς που παρακολουθούν με ενδιαφέρον την εξέλιξη του καλοκαιρινού ματς και γνωρίζουν το εθιμοτυπικό των αγώνων στο νησί. Κατά κανόνα   χρησιμοποιεί  τριτοπρόσωπη αφήγηση αναδεικνύοντας τα συναισθήματα και τις σκέψεις του ήρωά του. Χρησιμοποιεί δε κυρίως  ενεστώτα δίνοντας  την εντύπωση ότι τα γεγονότα διαδραματίζονται τη στιγμή της ανάγνωσης. Μ’ αυτόν τον τρόπο, ο αναγνώστης τοποθετείται στη θέση των φιλάθλων και συμμετέχει ενεργά στην ιστορία.
Β) Η γλώσσα της αφήγησης έχει τα εξής χαρακτηριστικά: απλότητα, προφορικότητα, ποδοσφαιρική ορολογία, έντονη εικονοπλασία, κατακερματισμένη στίξη.
      Ειδικότερα : ο συγγραφέας μπολιάζει τη γλώσσα με τεχνικούς όρους του ποδοσφαίρου, που είναι πολύ οικείοι σε έναν φίλαθλο. Η ποδοσφαιρική ορολογία («γκολποστ», «πάσες», «ματς», «ντέρμπι», «αράουτ» ) δίνει ρεαλισμό στην αφήγηση και ενισχύει τη δυναμική της ιστορίας. Δίνει ρυθμό και ένταση στην περιγραφή των φάσεων και είναι απόλυτα ταιριαστή με το θέμα. : Ο συγγραφέας  σκιαγραφεί έναν ήρωα,  που είναι παθιασμένος με το ποδόσφαιρο, ένα λαϊκό άθλημα, που έχει τη δική του γλώσσα, επομένως η ιστορία του δεν θα μπορούσε να αποδοθεί με γλώσσα απόλυτα νοικοκυρεμένη, επιτηδευμένη, επίσημη και στεγνή.
      Η απλή δημοτική, εξάλλου, εμπλουτισμένη με λέξεις της καθημερινότητας, όπως εννιά χρονώ, ξεχαρβαλωμένα, είχαν κλατάρει, πιτσιρικάς, θυμίζει προφορικό λόγο και προσφέρει αμεσότητα, ζωντάνια και παραστατικότητα στο διήγημα, κρατώντας ζωηρό το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Παράλληλα, η ζωηρή εικονοπλασία  και το χιούμορ δίνουν στην αφήγηση ιδιαίτερη γοητεία και δραματικότητα. Αξίζει να σημειώσουμε τη συχνή χρήση ασύνδετων σχημάτων και την σκόπιμη παραβίαση των κανόνων της στίξης. Η τεχνική αυτή δίνει ένα «λαχάνιασμα» στην αφήγηση που εντείνει τη δράση και παραπέμπει στην αθλητική εκφώνηση ενός ντέρμπι.


3.     Γιατί ο Δαμιανός Καράντζας πιστεύει ότι αδικείται και θυμώνει με τους Έλληνες συμπατριώτες του; Πώς προσπαθεί να ικανοποιήσει την αδικία που υφίσταται;

     Α)  Για τον μικρό Δαμιανό, το ποδόσφαιρο είναι χαρά και το γήπεδο  ένας χώρος ανάδειξης των ικανοτήτων του και γι’ αυτό επιθυμεί να συμμετάσχει στους «διεθνείς» αγώνες των μεγάλων. Όμως οι μεγάλοι δεν συμμερίζονται καθόλου την αγωνία και τις επιθυμίες του και γι’ αυτό τον αποβάλλουν πάντα από τους κρίσιμους ποδοσφαιρικούς αγώνες. Πιστεύει ότι τον αδικούν, γιατί αμφισβητούν το ταλέντο του και δεν αναγνωρίζουν πόσο πολύτιμη θα ήταν η συμβολή του. Με τον τρόπο τους   τον αποθαρρύνουν, τον υποτιμούν, ίσως και τον προσβάλλουν.
     Β)  Για να ικανοποιήσει την αδικία που υφίσταται και να απαλύνει το θυμό και την απογοήτευσή του βρίσκει διέξοδο στη φαντασία του. Αποφασίζει να εκδικηθεί τους συμπατριώτες του, έστω και φαντασιακά: Κατηφορίζει στο άδειο γήπεδο τη νύχτα, φοράει κίτρινη φανέλα, τη φανέλα των Σουδών, φαντάζεται ότι ανήκει στην εντεκάδα των ξένων και όχι των Ελλήνων και ότι τον παρακολουθεί ο φίλος του ο Νικολάκης. Σκηνοθετεί έπειτα φάσεις και αφού κερδίσει πέναλτι, στέλνει με θεαματικό τρόπο τη μπάλα στα δίχτυα των  Ελλήνων.

4.     Ποια «διεθνή» στοιχεία διαθέτει το διήγημα; Σχολιάστε τη σημασία τριών από αυτά.
      Η Αντίπαρος κάθε καλοκαίρι κατακλύζεται από τουρίστες, οι οποίοι προσέρχονται από κάθε γωνιά του πλανήτη, για να ξεκουραστούν και να ψυχαγωγηθούν. Το νησί αποτελεί έναν ιδανικό προορισμό για τους Έλληνες παραθεριστές από άλλα μέρη της Ελλάδας, οι οποίοι βρίσκουν την ευκαιρία να αποβάλουν εκεί το άγχος και την πίεση της μεγαλούπολης. Η Αντίπαρος είναι ακόμη τόπος φιλοξενίας μεταναστών, καθώς αρκετοί ξένοι ζουν και εργάζονται εκεί, όπως και η μικρή Σιλόνα. Η ανθρωπογεωγραφία του νησιού λοιπόν, τουλάχιστον το καλοκαίρι, είναι διεθνής.
Εκτός από αυτό όμως, ο συγγραφέας εμπλουτίζει το διήγημα και με άλλα διεθνή στοιχεία :
·        το ψηφιδωτό των τουριστών, Άγγλοι, Γάλλοι, Γερμανοί, Νορβηγοί και κυρίως Σουηδοί.  Οι τουρίστες  είναι μάλιστα ενεργό κομμάτι της κοινωνίας της Αντιπάρου, τουλάχιστον το καλοκαίρι. Δεν προσπερνούν αδιάφοροι τη καθημερινότητα των Αντιπαριανών. Συναντιούνται με τους ντόπιους σε καθημερινή βάση και παίζουν, αποκτώντας έτσι μια πιο ουσιαστική γνωριμία με το νησί και τους κατοίκους του.
·        ο θεσμός των ποδοσφαιρικών αναμετρήσεων ανάμεσα σε Έλληνες και ξένους ψυχαγωγεί μικρούς και μεγάλους, συσφίγγει τις σχέσεις μεταξύ ντόπιων και ξένων και καλλιεργεί δεσμούς.
·        η παρουσία της μικρής Σιλόνας από τη Ρουμανία. Η Σιλόνα θυμίζει ότι δίπλα μας άνθρωποι από άλλη πατρίδα αναζητούν καλύτερη τύχη στον τόπο μας και μοιράζονται τους ίδιους καημούς με εμάς. Η Σιλόνα ακολουθεί τη δική της μοναχική  διαδρομή μέσα στη νύχτα, όπως και ο Δαμιανός.
·        οι φίρμες των καταστημάτων, οι ξένες επιγραφές ( SUNSET, TIME), προβάλλουν τον τουριστικό χαρακτήρα του νησιού, αλλά  και  υποδηλώνουν τη διάθεση των ντόπιων να προσελκύσουν τους ξένους και να τους κάνουν να αισθανθούν πιο οικεία στον ξένο τόπο.