} f

20.1.18

Όμως ο μπαμπάς δεν ερχόταν, Έλλη Αλεξίου


Απαντήσεις στις ερωτήσεις του σχολικού βιβλίου

1.     Περιγράψτε ……από το κείμενο.
Η Αγγελικούλα και ο Πέτρος μεγαλώνουν μέσα στην ανέχεια και  τη στέρηση. Ο πατέρας εργαζόταν ως πλανόδιος τενεκετζής και τα παιδιά είναι μαθημένα στη φτώχεια («πλανόδιος τενεκετζής που ήταν -τι να βγάλει, και πού να φτάσουν»), αλλά τώρα που είναι εξόριστος, στερούνται έστω και το φτωχό του μεροκάματο. 

Η μητέρα «πάντα ξενοδούλευε», αλλά τη δεδομένη στιγμή είναι άνεργη. Έτσι  αποφασίζει να ζητιανέψει ελπίζοντας ότι και η παρουσία των παιδιών θα διεγείρει τα φιλάνθρωπα αισθήματα των περαστικών («μπορεί να βρεθεί και κανένας χριστιανός να σας δώσει και καμιά δεκάρα») Τα παιδιά στερούνται ακόμη και τα στοιχειώδη. Φορούν μπαλωμένα και τριμμένα ρούχα, σκισμένα γάντια και λασπωμένα παπούτσια («Ο Πέτρος φορούσε μαύρο σακάκι…ως την οδό Αιόλου»). Ξέρουν ότι δεν υπάρχει κανείς να τους χαρίσει ένα δώρο και μοναδική τους διασκέδαση στην Αιόλου είναι να «χαζέψουν τον κόσμο». Το όνειρό τους είναι να αποκτήσουν το ακριβό τρενάκι της βιτρίνας, αλλά στην πραγματικότητα δεν μπορούν να αγοράσουν κανένα δώρο. Παρατηρούν τη βιτρίνα να αδειάζει από τα ταπεινά παιχνίδια, την αρκούδα, τα σερβίτσια του τσαγιού, τα «επιπλάκια» και το αεροπλάνο με θλίψη.  Πάνω απ’ όλα όμως τους λείπει  η παρουσία του πατέρα, η προστασία και το χάδι του και ζουν με  την αγωνία αν θα τους αναγνωρίσει μετά από τόσα χρόνια.

2.     Τι αντιπροσωπεύει …του καταστήματος;
Τα παιχνίδια για κάθε παιδί, ακόμη και γι’ αυτά που ζουν στην κοινωνία της αφθονίας, είναι σύμβολο χαράς και ξενοιασιάς. Προσφέρουν  διέξοδο στη φαντασία τους  και τους ταξιδεύουν στο χώρο του ονείρου. Για τους μικρούς ήρωες του διηγήματος, που οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες της εποχής τούς έχουν επιβάλλει την πιο σκληρή πραγματικότητα, είναι ακόμη περισσότερο  σύμβολο της πληρότητας και της ευτυχίας. Ο Πέτρος και η Αγγελικούλα ελπίζουν να δραπετεύσουν για λίγο με το εντυπωσιακό τρενάκι από την ανέχεια, τη στέρηση και τη δυστυχία, να παίξουν και επιτέλους να χαρούν. Βέβαια τα παιδιά δεν θα ήταν ευτυχισμένα μόνο με  το τρένο θα το ήθελαν από τα χέρια του πατέρα. Το τρένο είναι υποσυνείδητα ταυτισμένο με την επιστροφή του αγαπημένου τους πατέρα και αν το αποκτούσαν, θα  ολοκλήρωνε την ευτυχία τους.

3.     Κάθε παιδί προβάλλει ένα επιχείρημα …στο τέλος του διηγήματος;
Τα παιδιά μπροστά στη βιτρίνα του καταστήματος κάνουν όνειρα  πώς θα αποκτήσουν το ποθητό δώρο, το «σιδερόδρομο», αλλά μοιραία όλα τους διαψεύδονται. Ο γιος του καθηγητή υποστήριζε ότι θα το αγοράσει ο μπαμπάς του με το διπλό μισθό που θα πάρει στις γιορτές. Το αδύνατο, χλωμό αγοράκι ήλπιζε ότι θα του το αγοράσει ο νονός του που ήταν οδηγός, όμως και εκείνος προτίμησε τελικά μια φανέλα, γιατί το παιδί είχε πλευρίτη. Το τρίτο παιδί της συντροφιάς ισχυρίστηκε ότι οι θείοι του θα συγκεντρώσουν χρήματα, για να αγοράσουν το τρενάκι από κοινού, όμως του πήραν ένα παλτό, γιατί το περσινό είχε λιώσει. Τέλος, ο Πέτρος δήλωνε με βεβαιότητα ότι θα του χαρίσει τον σιδηρόδρομο ο πατέρας του, όταν επιστρέψει από την εξορία, πράγμα που δεν έγινε ποτέ. Τελικά κανένα από τα παιδιά δεν πραγματοποιεί το όνειρό του, καθώς στους δύσκολους καιρούς της φτώχειας οι δικοί τους προτίμησαν είδη  πρώτης ανάγκης.

4.     Σχηματίστε το πορτρέτο της μητέρας, κάνοντας αναφορά στον αγώνα της για επιβίωση.


Η μητέρα ανταποκρίνεται στο πρότυπο της ιδανικής μάνας, που συνδυάζει την αγάπη με το ψυχικό σθένος. Είναι ακόμη  χαρακτηριστική εκπρόσωπος  της Ελληνίδας μάνας της μετεμφυλιακής εποχής, που είχε να αντιπαλέψει τη φτώχεια και τον εθνικό διχασμό με μοναδικά όπλα της την καρτερικότητα, την ψυχραιμία και, αν χρειαστεί, την αυτοθυσία. Ο πατέρας είναι εξόριστος και η εκείνη αγωνίζεται διπλά για την επιβίωση της οικογένειας. Ακόμη κι όταν ο πατέρας ήταν κοντά τους, δεν έμενε άπραγη, αλλά εκτός από το σπίτι φρόντιζε να ενισχύει το οικογενειακό εισόδημα δουλεύοντας στα ξένα σπίτια  ως οικιακή βοηθός. Τώρα που μένει και εκείνη άνεργη, δεν  πτοείται, αλλά αποφασίζει να ζητιανέψει. Μπροστά στο ενδεχόμενο της πείνας και της αρρώστιας των παιδιών  υποχωρεί η περηφάνια και η ντροπή. Αν και βρίσκεται σε τραγική θέση, δεν παραπονείται στα παιδιά της, ούτε τα επιβαρύνει με τις δικές της ανησυχίες και τον πόνο της. Προσπαθεί να τους εμφυσήσει αισιοδοξία και να απαλύνει όσο μπορεί το αίσθημα ανασφάλειάς τους με την αγάπη και το διάλογο. Δίνει ειλικρινή απάντηση στις δικαιολογημένες απορίες τους για την τύχη του πατέρα με τρόπο που μπορούν να καταλάβουν στην ηλικία τους «Άμα τον αφήσουν οι κακοί ανθρώποι». Δεν χάνει την υπομονή της ακόμη και όταν τα παιδιά τη βομβαρδίζουν με ερωτήσεις ή της ζητούν επίμονα ένα παιχνίδι. Εκείνη  αποκρίνεται με ηρεμία και κατανόηση, θέτοντας τα απαραίτητα όρια: «Όσα και να πιάσουμε…δεν μπορούμε». Είναι επίσης στοργική και τρυφερή. Χαρακτηριστικό είναι ότι  την επαιτεία στην Αιόλου δεν την παρουσιάζει μελοδραματικά για να μην τα λυπήσει, αλλά σαν ευκαιρία να δουν λίγο κόσμο και να χαζέψουν τις βιτρίνες.(«Θα χαζέψετε και τον κόσμο…») Όταν το όνειρο των παιδιών ματαιώνεται, τους υπόσχεται ότι θα έρθουν καλύτερες μέρες και τα παρηγορεί.(«Μα του χρόνου […] όλα θα ’χουν αλλάξει») Η μάνα είναι τελικά άνθρωπος με ανεξάντλητη θέληση και μαχητικότητα. Δημιουργεί έτσι στον αναγνώστη την πεποίθηση ότι θα καταφέρει να επιβιώσει αυτή και τα παιδιά της.
 👀📙