} f

3.9.17

"Και του χρόνου!" Παναγιώτης Μπενέας


ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ!

Κάθε που κάτι τελειώνει, με δολοφονεί η σκέψη πως κάθε άλλο παρά τέλειο φαίνεται να είναι. Συναυτουργός της φυσικά η ενοχή μου ότι δεν το απήλαυσα όσο εξαρχής επιθυμούσα κι όσο, φευ, μπορούσα να το απολαύσω – όσο μπόρεγα, θα έλεγες, γιαγιά…

Άλλο ένα καλοκαίρι που υπέκυψε αμαχητί στη λήξη του. Τι κι αν ενίστανται τα τέλη του Αυγούστου προσκομίζοντας ατράνταχτες λιακάδες; Για εμένα φθινοπώριασε αμετακλήτως. 


Αχ, γιατί δεν εθυσίασα λιγάκι ύπνο παραπάνω, για να παραστώ στις ολονύκτιες διαλέξεις των αστέρων; Θα ολοκλήρωνα, επ’ ευκαιρία, το μεταπτυχιακό μου στις ευχετήριές τους πτώσεις, που ελλείψει ουρανού παράτησα στην πόλη. Στα χωριά είναι αλλιώτικος ο ουρανός. Πιο πιστευτός. Τόσο που λες πως ίσως και θεός να τον ενοικιάζει.

Δες κατάσταση. Πάλι σε θεών αποζητήσεις με παρέσυρε το πλάνο έμφυτο. Γιατί λοιπόν δεν εφύλαξα κάποιου απογεύματος τις ώρες τις αιμόφυρτες, να σκαρφαλώσω ώς του αγιο-Λιός το ρημαγμένο εξωκλήσι, να ελέγξω αν εφέτος έστερξε η μεγαλοπιασμένη παρουσία του να το αναστηλώσει; Μα κουβαρντάς με τον χρόνο;

Γιατί άφησα να συνηθίσω τη θάλασσα; Όπως άλλοτε συνήθισα ν’ απολαμβάνω τον καφέ μου σκέτο; Σκέτο: δίχως Άλλον και λοιπά γλυκαντικά.

Γιατί δεν στρώθηκα να γράψω όσα υποσχέθηκα –τι το ‘θελα!– στην έλλειψη αδήριτων υποχρεώσεών μου; Έλα, σ’ εμένα μιλάς! Ώς πότε θα σε ξελασπώνουν, νομίζεις, οι λέξεις; Τι υποχρεώσεις; Προφάσεις μόνο. Πες το.

Και τώρα τι; Επιστροφή, ε; Ναι, επιστροφή. Επιστροφή σε όλ’ αυτά απ’ τα οποία γελάστηκα πως διέκοψα. Επιστροφή στο ξυπνητήρι κλώτσημα του άγχους στο στομάχι. Επιστροφή στο φθίνον πράσινο, στη φθίνουσα όρεξη, στον φθίνοντα ήλιο. Επιστροφή στο αθηναϊκό απόβροχο, το αναμεμειγμένο με τις απεκκρίσεις μίας αρρωστιάρας κοινωνίας. Επιστροφή στα παυσίπονα θέατρα, τις ηρεμιστικές συναυλίες, τους αντικαταθλιπτικούς περιπάτους – υπνωτικά θα φέρετε ή μπα; Επιστροφή στην πολυθρόνα-επένδυσή μου. Και φυσικά επιστροφή του κινητού στη λειτουργία πτήσης – μη με προσγειώνετε!

Να μην ξεχάσω: άλλο ένα καλοκαίρι που ουδόλως ανεβίωσα το παιδί που υπήρξα. 

Μεγαλώνω.