} f

27.7.18

Βραδινή Φωτιά, Κωστής Παλαμάς

Βραδινὴ Φωτιά
- Θυμᾶσαι τὴ φτωχούλα τὴν καλύβα
στὸ πλούσιο δάσος, πέρα π᾿ τὸ χωριό;
-
Θυμᾶμαι τὴν καλύβα τὴ φτωχούλα, σὰν ξωκλήσι καὶ σὰν ἀσκηταριό.

Τον ἀσκητὴ θυμᾶσαι τῆς καλύβας; (Τάχα κλέφτης; καλόγερος; βοσκός;)
-
Θυμᾶμαι. Ἀκόμα κλαίει μὲς στὸν ἀγέρα τῆς φλογέρας του πόνος, μυστικός.

- Θυμᾶσαι τὴ χλωμὴ σωμένη του ὄψη καὶ τ᾿ ἀλαφροσκυμμένο του κορμί;
-
Θυμᾶμαι κάτου π᾿ τὰ δασά του φρύδια τὴ σαγηνεύτρα τῆς ματιᾶς του ὁρμή.

- Θυμᾶσαι τὴ φωτιὰ στὸ πλούσιο δάσος, τὴ βραδινὴ φωτιὰ τὴν ξαφνική;
-
Θυμᾶμαι. Λάμια. Στάχτη καὶ καλύβα. Τὸ πλούσιο δάσος πάει. Ὥρα κακή.


- Θυμᾶσαι; Τί ν᾿ πόγινε; Κανένας δὲν τὸν ξανάειδε πιὰ τὸν ἀσκητή.
Δεν ξέρω. Ὅμως πάνου π᾿ ὅλα νοῦς μου τῆς καλύβας τὴ θύμηση κρατεῖ,
γιατὶ στ᾿ ποκαΐδια της γερμένος ἕνας Ἔρωτας, ξέγνοιαστα, σκληρά,
τὰ βρεφικά του ζέσταινε τὰ χέρια καὶ τ᾿ ἀρχαγγελικά του τὰ φτερά.