} f

11.7.18

Το σιδέρωμα, Αθηνά Παπαδάκη


Σιδέρωμα
Σύννεφα σε σχήματα μυαλού
κωπηλατούν στο καθαρό τζάμι
καθώς το γαλάζιο ορθώνεται
σιδερώνω
εξατμίζοντας ριπιδωτά ένα νωπό πουκάμισο.


Η τάξη των πραγμάτων μ’ απωθεί.
Βαριά μια άγκυρα μ’ ονομάζει βυθό, άρα είμ’ αναγκαία.
Ωστόσο
διαστέλλομαι προς τη λιποταξία λες και δεν πέρασα
ποτέ απ’ τις γραμμές των Κρίνων.
Ετούτος, να, ετούτος
ο πλανήτης μας με τις πολύτιμες ανάγκες!
Τι αντοχή για να μην υποκύψω σ’ έντιμη νοικοκυρά.

Χρόνια τώρα
το καλάθι της μπουγάδας
με τα ρούχα σαν κουλουριασμένα αρνιά
μ’ αρπάζει
καταβροχθίζει το τραγούδι μου.
Σχεδόν με πιάνει πανικός.
Ψάχνω να βρω ένα όνομα για τους γυμνούς μου αγκώνες.

Καθώς
το έπιπλο σιωπηλό
κοιτάζει προς τη θάλασσα
και το ακουμπώ,
η σκόνη του στα δάχτυλά μου είναι μία μεγάλη συντροφιά. 

Αθηνά Παπαδάκη