} f expr:class='"loading" + data:blog.mobileClass'>
Πρώτη Σελίδα

10.2.15

"Απεμπολώ" - Μια λέξη εξομολογείται

Απεμπολώ

απεμπολώ : (αρχαία λ. ἀπεμπολῶ < ἀπὸ + ἐμπολῶ «συναλλάσσομαι, εμπορεύομαι»)
= εγκαταλείπω κάτι σπουδαίο, ξεπουλώ, αθετώ, προδίδω,  για να αποσπάσω  ευτελές όφελος
π.χ. απεμπολώ τις ευθύνες, τα δικαιώματά μου, τα ιδανικά μου, τις αρχές μου κ.λ.π.