} f

19.6.17

Μάταιος Πόνος, Παναγιώτης Μπενέας


ΜΑΤΑΙΟΣ ΠΟΝΟΣ

Με εξέθεσες, κραυγή. 

Ποιον, εμένα που για είκοσι και βάλε χρόνια   
σε ανέθρεφα με διαλεχτά εδέσματα σιωπής
να δυναμώσεις
κάθε βράδυ έσφιγγα τα δόντια των δακρύων
κι άφεγγη σε οδηγούσα στο κρυφό σχολειό
της καταπνίξεως
Ιώβ αναγορεύτηκα κατά την εφηβεία σου
ανδρείως υπομένοντας τις αλλεπάλληλες
απόπειρες εξωτερίκευσής σου.


Κι όταν πια οι περιστάσεις ενηλικιώθηκαν
κι έφθασε η πολυπόθητη στιγμή μ’ όλους
να μοιραστείς το ουρανόμηκες ταλέντο σου

ανάψανε οι προβολείς του σύμπαντος
πλησίασες τα περιττά, στεντόρειά σου χείλη
στο μικρόφωνο φεγγάρι και…  

Μήτε άχνα. Τίποτα.

Κραυγάζεις τώρα
πως τάχα η δειλία ξέχασε την πόρτα
της αναβολής σου ανοιχτή κρύωσες
και έκλεισε η σεισμική φωνή σου.

Πάψε! Ο έχων ώτα ακούειν
να σ’ ακούσει πότε κάθισε;