} f

20.5.17

ΓΡΑΦΕΙΟΝ ΕΥΡΕΣΕΩΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΜΕΝΗΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ


Β. Μέρος

Α. Ανάλυση κειμένου
Εισαγωγικές επισημάνσεις
Με τα «Μηχανάκια» ο Μένης Κουμανταρέας έκανε το 1962 την πρώτη του εμφάνιση στην ελληνική πεζογραφία και την εμπλούτισε για πρώτη φορά με ήρωες εφήβους, αληθινούς, γήινους, κλονισμένους από πραγματικά προβλήματα και εκτεθειμένους στη γυμνή ελληνική πραγματικότητα της δεκαετίας του ’50. Ο Χαράλαμπος, ο Δημητρούλης, ο  Κίτσος και ο Αναστάσης του ανθολογούμενου κειμένου είναι όλοι τους νέοι με μικρά και κανονικά όνειρα, που προσπαθώντας να βρουν την ταυτότητά τους, προσκρούουν στα ιδεολογικά και κοινωνικά αδιέξοδα της μεταπολεμικής Αθήνας και χάνουν οριστικά  τον προσανατολισμό τους  στο δρόμο  της ζωής.

     Οι τέσσερις ιστορίες της συλλογής, τα Μηχανάκια, το "Λουτρό", η "Επαρχία Λοκρίδος" και η "Δόξα του Σκαπανέα" είναι μια μελαγχολική τρυφερή ματιά του συγγραφέα σε τέσσερις ’απροσάρμοστους’ νέους,  που βρίσκονται στο μεταίχμιο της εφηβικής και ενήλικης ζωής. Άλλος θέλει να αποδράσει από τα ασφυκτικά δεσμά της οικογένειας και του φιλικού περιβάλλοντος, άλλος από την καταπιεστική μητρική φροντίδα, άλλος συνθλίβεται στον επαρχιακό  τρόπο ζωής και άλλος  πέφτει θύμα της στρατοκρατίας. Ανάμεσά τους ο Αναστάσης από την ιστορία που έδωσε τον τίτλο στη συλλογή. Ο Αναστάσης ξημερώνεται πάνω από τα φλιπεράκια, παίζει "Μηχανάκια", για να δραπετεύσει από την οικογένεια, τη γειτονιά, τους φίλους, για να ξεχάσει την άδεια του ζωή. Ζει μια ζωή χωρίς νόημα, χωρίς σαφείς στόχους, χωρίς προσωπικά και κοινωνικά εφόδια, ώσπου μια μέρα έρχεται αντιμέτωπος με την κοινωνική αδιαφορία και συντρίβεται.  Παραιτείται τότε και από τα όνειρά του και από το ρομαντισμό της ηλικίας του.
Θέμα
Ο συγγραφέας περιγράφει την περιπέτεια και την  ψυχική δοκιμασία ενός άνεργου νέου, του Αναστάση, που απευθύνεται σε ένα γραφείο ευρέσεως εργασίας, για να βρει δουλειά.

Δομή
Όπως παρατηρούμε, το κείμενο παραδίδεται χωρίς παραγραφοποίηση. Έτσι, η αφήγηση κυλάει σε συνεχή αδιάσπαστη ροή. Ωστόσο, οι μαθητές μπορούν να διακρίνουν τις ενότητες  στον άξονα  του χώρου και στην ψυχολογική μεταστροφή του ήρωα.
Με αυτό το κριτήριο, το απόσπασμα μπορεί να διαιρεθεί στις ακόλουθες νοηματικές ενότητες:
α) «Την άλλη μέρα…πάλευαν να κρατηθούν»   η αισιόδοξη απόπειρα αναζήτησης εργασίας    /η διαδρομή προς το γραφείο
β) «Κατέβηκε στην επόμενη στάση…πετάχτηκε έξω»  η  διάψευση του ονείρου και η κατάρρευση   / στο γραφείο

Περιεχόμενο-Τεχνική

Πρώτη ενότητα
Ο Αναστάσης ξυπνά με ασυνήθιστα καλή διάθεση και αποφασιστικότητα.  Έχει ωριμάσει μέσα του η ιδέα  να δουλέψει, να γίνει ανεξάρτητος και να αναλάβει ενεργό κοινωνικό ρόλο. Ο συγγραφέας φανερώνει την ψυχική του ευφορία έμμεσα, με μια σειρά από εύγλωττες εικόνες και παρομοιώσεις. «Χύθηκε στους δρόμους», δηλαδή φεύγει με ορμή και ανυπομονησία να δημιουργήσει το μέλλον του. Περπατάει με αυτοπεποίθηση «με το κεφάλι ψηλά», χαιρετάει εγκάρδια το φούρναρη και τον κουρέα. Παρατηρεί με άλλα μάτια τη φύση (Το φως της ημέρας ήταν πεντακάθαρο λες και το είχαν αλλάξει σήμερα), βλέπει με τρυφερότητα ακόμη και τα άψυχα  της γειτονιάς του, (πάνω στην άσφαλτο χωρίς να την πληγώνουν). Βρίσκει ποίηση ακόμα και στο καθημερινό, το φθαρμένο από τη συνήθεια (τα δέντρα [..]κρατώντας το ένα τον ώμο του αλλουνού σαν στοιχισμένοι μαθητές).  Όλα φαντάζουν πιο όμορφα, πιο καθαρά, πιο λαμπερά, πιο καινούργια.
Καθετί που αιχμαλωτίζει  την προσοχή του όμως βρίσκεται σε εγρήγορση. Όλοι και όλα δουλεύουν σαν καλοκουρδισμένο ρολόι Ο Φούρναρης, ο Κουρέας, ο «Τροχαίος», οι οδηγοί των αστραφτερών αυτοκινήτων, οι κοπέλες, οι μικροί μαθητές, οι εργάτες με τα σύνεργα της δουλειάς και το κολατσιό στην πετσέτα. Ακόμη και οι γέροι κοιτώντας τον νοσταλγούν τα χρόνια της δύναμης, της αντοχής, της προσφοράς. Και σε κάθε ανθρώπινη παρουσία ο αφηγητής τονίζει την ευπρέπεια, την επιμέλεια, την επισημότητα της εξωτερικής εμφάνισης.  Ο Κουμανταρέας  υπαινίσσεται ότι κάπως παράταιρος μοιάζει ο Αναστάσης μέσα στο μικρό του σύμπαν.  Προφανώς ο ήρωας   συνειδητοποιεί ότι αποτελεί μια εξαίρεση. Γύρω του όλοι αγωνίζονται για ένα στόχο και το ένδυμά τους, η κίνηση, η αυτοπεποίθηση και τα εργαλεία της δουλειάς τους το προβάλλουν. Εκείνος είναι ακόμη άπραγος, χωρίς σαφή προορισμό, χωρίς δουλειά άρα και χωρίς προσδιορισμένη κοινωνική θέση. Για να αποκτήσει ταυτότητα, για να ενταχθεί δημιουργικά στην κοινωνική πραγματικότητα που τον περιβάλλει, πρέπει να αυτονομηθεί.
Στη συνέχεια  το περιστατικό με το μικρό παιδί, που προσπαθεί να σκαρφαλώσει στον προφυλακτήρα του λεωφορείου και βγάζει τη γλώσσα  στον εισπράκτορα, τον αποσπά από το ρεμβασμό του. Η  παιγνιώδης και ριψοκίνδυνη απόπειρα του μικρού να κρεμαστεί από το λεωφορείο συμβολίζει την παιδικότητα, την εφηβεία,  την ανεμελιά και την αντισυμβατικότητα, που αποχαιρετά τώρα ο Αναστάσης  κάνοντας ένα βήμα προς την ωριμότητα και την ανάληψη ευθυνών. «Το αγόρι που χάνεται στη στροφή του δρόμου» είναι κατά κάποιο τρόπο ο μικρός Αναστάσης, που γαντζώνεται από τη σημερινή μέρα και «παλεύει  να κρατηθεί». Δεν έχει όμως ακόμη συναντήσει το δικό του εισπράκτορα, που θα  χτυπήσει το τζάμι και θα του φωνάξει: «Μπρος -Δίνε του»
Δεύτερη ενότητα
Το γραφείο βρίσκεται στον έβδομο όροφο. Παρ’ όλα αυτά, ο Αναστάσης επιλέγει να ανέβει από τη σκάλα, πράγμα που προβάλλει το σφρίγος, τα νιάτα του αλλά και την ανυπομονησία του. Φανερώνει ακόμη και τις προσδοκίες του. «Του άρεσε κάθε τι που ψήλωνε, που τον ανέβαζε».  Η σκάλα παραλληλίζεται με την κοινωνική αναρρίχηση. Ο Αναστάσης παρορμείται από την ευγενή φιλοδοξία, τον πόθο της διάκρισης, της προκοπής, που αισθάνεται κάθε νέος άνθρωπος. Για ένα παιδί όμως από τα λαϊκά στρώματα, όπως αυτός, η ανάγκη «να ανέβει» σημαίνει την ανάγκη να επιβιώσει. Όπως ο Αναστάσης, έτσι και η μεταπολεμική Αθήνα, διαλυμένη και  παλεύει να ανασυγκροτηθεί, να αστικοποιηθεί και να ορθοποδήσει. Η φτώχεια, η διαίρεση της χώρας σε αντίπαλα στρατόπεδα λόγω του εμφύλιου σπαραγμού, η απουσία μακρόπνοου πολιτικού σχεδιασμού  και η αυξημένη ανεργία, οδηγούσε όλο και περισσότερους  νέους στη μετανάστευση, στην παθητικότητα, στην ηττοπάθεια, ή την αμφιλεγόμενης νομιμότητας Ελληνική «καπατσοσύνη». Με αυτές τις αντικειμενικές προϋποθέσεις κάνει ο Αναστάσης την πρώτη του προσπάθεια να βρει δουλειά.
Η υπάλληλος δεν αντιλαμβάνεται καν την είσοδό του. Ο αφηγητής την περιγράφει μέσα από τα μάτια του ήρωά του, επιμένοντας σε κάθε λεπτομέρεια, (τα γυαλιά, τα μάτια, η ταχύτητα χτυπήματος των πλήκτρων, η ίσια ξερή φωνή) καταφέρνοντας κάτι παράδοξο: όσο λεπτομερής είναι η περιγραφή της δακτυλογράφου, τόσο φασματική γίνεται η εικόνα της. Είναι τόσο απορροφημένη στο καθήκον της, που δουλεύει σαν υπνωτισμένη. Ξοδεύει  λίγα τυπικά επαγγελματικά λόγια (ο Κύριος Διευθυντής είναι απησχολημένος. Παρακαλώ περιμένετε. ), με φωνή «σαν τυπωμένη κορδέλα μαγνητοφώνου» και επιστρέφει στη θέση της. Όσο ο Αναστάσης είναι σε αναμονή, τόσο  η υπερένταση και η αμηχανία του μεγαλώνουν. Η ατμόσφαιρα στο Γραφείο Ευρέσεως Εργασίας είναι απρόσωπη και παγερή. Είναι τυπική, αλλά ο Αναστάσης δεν είναι συνηθισμένος. Αισθάνεται τη συμπεριφορά της υπαλλήλου απαξιωτική και περιφρονητική προς το πρόσωπό του και αντί να  επιμείνει, να κάνει υπομονή, να δείξει τον καλύτερό του εαυτό και να πάρει από το γραφείο αυτό που θέλει, χάνει το θάρρος του, το κουράγιο του, αντιδρά σπασμωδικά  και μαζί την ευκαιρία να αλλάξει τη ζωή του.
Βρίσκει στην αρχή έναν τρόπο να σκοτώσει την ώρα του παρακολουθώντας τους ταχύτατους ρυθμούς της δακτυλογράφου. Πολύ γρήγορα νιώθει το κεφάλι του να βουίζει και την ψυχραιμία του να τον εγκαταλείπει. Ο συγγραφέας περιγράφει τις ψυχοσωματικές του αντιδράσεις με κλινική πιστότητα: Έχασε το έδαφος κάτω από τα πόδια του. Τα πλήκτρα της μηχανής ακούγονταν σαν ελικόπτερο που πετούσε πάνω από το κεφάλι του. Κλονίστηκε, ζαλίστηκε και σωριάστηκε σε μια καρέκλα. Δεν έβρισκε το κουράγιο να μιλήσει και δεν ήθελε να προδώσει την  αμηχανία του. Είναι όμως ανίκανος να προσποιηθεί τον ήρεμο και χαλαρό επισκέπτη. Έπειτα σηκώθηκε και κινήθηκε ενστικτωδώς προς το παράθυρο, για να αναπνεύσει, αλλά το ύψος του προκάλεσε ίλιγγο. Η κατάστασή του επιδεινώθηκε και αισθάνθηκε έντονους πόνους στο στομάχι και στο κεφάλι. Στηρίχτηκε για λίγο στην πόρτα, έτρεμε, υπέφερε. Οι ψυχοσωματικές αυτές αντιδράσεις  αντιστοιχούν σ΄αυτό που σήμερα ονομάζεται  «κρίση πανικού». Είναι μια διαταραχή που οφείλεται στο υπερβολικό άγχος και την πίεση. Ο Αναστάσης βίωνε ένα  ψυχοσωματικό σοκ από την υπερένταση, την απογοήτευση, την απαξιωτική στάση της δακτυλογράφου, την μακρά αναμονή, το συνεχές  σφυροκόπημα της μηχανής και κυρίως από την αδυναμία του να εκφραστεί. Η σωματική του αστάθεια υποδηλώνει ότι ο Αναστάσης χάνει την ευκαιρία να «σταθεί στα πόδια του» και προεξαγγέλλει την πτώση του.
Εμβόλιμα σ΄ αυτήν την περιγραφή ο συγγραφέας τοποθετεί  την εικόνα της αφοσιωμένης δακτυλογράφου, που συνεχίζει απτόητη να γράφει στη μηχανή της, παρά το μαρτύριο του νεαρού. Η ηρεμία και η αταραξία της κοπέλας  αντιδιαστέλλεται  με την ψυχική και σωματική κατάρρευση του Αναστάση εντείνοντας τη δραματικότητα της σκηνής. Προσθέτει επίσης ένα νέο στοιχείο.  Η δακτυλογράφος  είναι «το πρόσωπο της διευθύνσεως» και με την παγερή της αδιαφορία παραπέμπει σε πολλούς εργοδότες, που αποθαρρύνουν τους νέους στο ξεκίνημά τους. Σπάνε τα φτερά τους και εκείνοι παύουν να αγωνίζονται για το μέλλον τους, γίνονται ηττοπαθείς, οκνηροί ή αντιδραστικοί ή κοινωνικά επιθετικοί. «Το πρόσωπο τσαλακωμένο, τα χέρια  κλεισμένα σε γροθιές» αφήνουν ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα.
Έτσι ο Αναστάσης, που ήταν έτοιμος να κάνει μια νέα αρχή και να κερδίσει τη ζωή, αποκαρδιώνεται από την πρώτη στιγμή,  χάνει την πίστη στον εαυτό του, πετάγεται έξω από το γραφείο και εγκαταλείπει τα όνειρά του. Ο Αναστάσης αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα νέου, με  πολλά όνειρα και προσδοκίες για την επαγγελματική του αποκατάσταση και την κοινωνική του καταξίωση. Όμως  διαψεύδεται από την σκληρή και ψυχρή αντιμετώπιση των εργοδοτών, από τις αντικειμενικές κοινωνικές δυσκολίες, από τον οξύτατο ανταγωνισμό, από την κορεσμένη αγορά εργασίας, αλλά και από την ελλιπή ηθική προετοιμασία του για  επίμονες μάχες και αναπόφευκτες απογοητεύσεις. Ο Αναστάσης δεν έχει τη διαπαιδαγώγηση του ανθρώπου, που είναι προορισμένος να κερδίσει το στοίχημα της ζωής, το ακατάβλητο φρόνημα, τη θέληση, το ρεαλισμό και την επίγνωση των δυσκολιών και κάμπτεται εύκολα Αλλά και ως φτωχόπαιδο σε μια πόλη που ακόμα δεν  βγήκε από τα συντρίμμια του πολέμου, δεν έχει και την πολυτέλεια της αισιοδοξίας.
Με πυκνότητα γραφής, ρεαλισμό και αδρούς λυρικούς τόνους, ο Κουμανταρέας θίγει ένα από τα σοβαρότερα διαχρονικά κοινωνικά προβλήματα. Αλλά δεν σχολιάζει.  Αφήνει τα πράγματα να κυλάνε μόνα τους, με μια ιστορία χωρίς έντονη εξωτερική δράση, όπου όλα κινούνται κάτω από την επιφάνεια. Και καταφέρνει να μετατοπίζει συνεχώς το κέντρο του ενδιαφέροντος από το γενικό αποπροσωποποιημένο  πρόβλημα (την ανεργία), στο προσωπικό δράμα (στον Αναστάση). Έτσι, ο αναγνώστης συναισθάνεται την απόρριψη, όπως τη  βιώνει το φτωχόπαιδο από τις λαϊκές συνοικίες της Αθήνας.

Γλώσσα
Ο ρεαλισμός του θέματος, που πραγματεύεται ο Κουμανταρέας  επιβάλλει και ρεαλιστική γλώσσα. Η γλώσσα εύλογα  εναρμονίζεται με το ήθος και την ψυχολογία του νεαρού. Έτσι, η γλώσσα  διακρίνεται για τη φυσικότητα, τις ηθελημένες ανακρίβειες (τυφλή δακτυλογράφος, ο Τροχαίος), τη λαϊκότητα και την προφορικότητα.

Ύφος
Το ύφος είναι απλό, καθημερινό με αρκετά στοιχεία δραματικότητας. Κάποιες λυρικές νότες διακρίνονται στην πρώτη ενότητα, οι οποίες συνδέονται με την ποιητική ματιά του ήρωα λόγω της αισιοδοξίας και της λαχτάρας του.

Εκφραστικά μέσα

Η ρεαλιστική αφήγηση εμπλουτίζεται με ποικίλα εκφραστικά μέσα. Δεσπόζουν όμως οι παρομοιώσεις και οι εικόνες, που φέρνουν στην επιφάνεια τις εσωτερικές διακυμάνσεις του ήρωα.
Παρομοιώσεις, που αντλούνται κατά κύριο λόγο από την αστική καθημερινότητα της μεταπολεμικής εποχής, Το ακονισμένο ξυράφι για το ξύρισμα, η κορδέλα μαγνητοφώνου, οι στοιχισμένοι μαθητές, το σφυράκι του νευρολόγου, όλα είναι στοιχεία της  ελληνικής πραγματικότητας του ’50. (Για αναλυτική παρουσίαση των  παρομοιώσεων βλέπε απάντηση 3ης ερώτησης .)
Μεταφορές «είχε δυο μάτια κλουβισμένα σε χοντρούς φακούς», «ο αστυφύλακας ήταν μια τελεία», , «με το πρόσωπο τσαλακωμένο», «τα σπίτια με τα σεντόνια γεμάτα ύπνο»
Προσωποποιήσεις «τα δέντρα[ …]κρατώντας το ένα τον ώμο τ’ αλλουνού», «περνούσε πάνω στο μάγουλο του δρόμου», «να δροσίζουν το πρόσωπο της πολιτείας», «τις άταχτες αχτίδες του», «τα σπίτια έφευγαν[… ]προς τα πίσω» «ο πόνος, επιδέξιος ξιφομάχος».
 Ασύνδετο σχήμα «πλύθηκε, ντύθηκε, άρπαξε μια φέτα», «τα χέρια του ήταν πολύ λιγνά, το πρόσωπό του χλομό, κρατιόταν με κόπο», «έφτασε στο έβδομο πάτωμα, έψαξε ρώτησε, τέλος χτύπησε μια πόρτα»
 Εικόνες (οπτικές και ακουστικές) από την  καθημερινότητα της πόλης, η σκηνή του παιδιού που έχασε το λεωφορείο, η περιγραφή του γραφείου εργασίας, η υπεραπασχολημένη υπάλληλος.

Απαντήσεις στις ερωτήσεις του σχολικού βιβλίου

1.     Με ποια διάθεση ξύπνησε το πρωί ο Αναστάσης και πώς την αποδίδει ο συγγραφέας;
  α) Ο Αναστάσης ξύπνησε το πρωί με θετική σκέψη, κέφι, αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία. Αισθάνεται ευδιάθετος, δυνατός, αποφασισμένος  να καλυτερέψει το μέλλον του και βέβαιος ότι όλα θα αλλάξουν.
   β) Ο συγγραφέας αποδίδει την αλλαγή της ψυχικής διάθεσης του Αναστάση περιγράφοντας την αλλαγή στην οπτική του και στη συμπεριφορά του. Αυτό το πρωινό όλα του φαίνονται όμορφα και λαμπερά η πόλη, οι άνθρωποι, ακόμα και η φύση μοιάζει αλλιώτικη. Ο ίδιος χαμογελάει σε όποιον συναντάει και τον χαιρετάει εγκάρδια. Ο συγγραφέας αξιοποιεί τα κατάλληλα εκφραστικά μέσα:  μεταφορές, «χύθηκε στους δρόμους», για να αποτυπώσει την ορμή και την αποφασιστικότητά του,  παρομοιώσεις «ελαφρύς σαν πούπουλο» «φαντάστηκε τους σκουπιδιάρηδες άγγελους», «το κράνος του φεγγοβολούσε», για να αισθητοποιήσει τη χαρά και την αισιοδοξία του, αλλά και χαρακτηριστικές εικόνες, για να φανερώσει την ψυχική ευφορία του, όπως «περπάτησε με το κεφάλι ψηλά», «έστειλε στον κουρέα φιλικό χαιρετισμό», «χαμογέλασε στον εισπράκτορα».

2.     Περιγράψτε το Γραφείο Εργασίας, στο οποίο απευθύνθηκε ο Αναστάσης, με έμφαση στην εικόνα της δακτυλογράφου που συνάντησε.
Το γραφείο βρισκόταν στον έβδομο όροφο ενός μεγάρου. Μια ταμπέλα ξεθωριασμένη από το χρόνο υποδεχόταν τους πελάτες. Μάταια ο Αναστάσης περίμενε ανταπόκριση στο χτύπημα της πόρτας. Με το άνοιγμά της  αποκαλύφθηκε στο βάθος του χώρου υποδοχής το  γραφείο της γραμματέως. Η γυναίκα σκυμμένη πάνω από τα πλήκτρα της γραφομηχανής, πλήρως απορροφημένη από την  εργασία της ούτε γύρισε να τον κοιτάξει (έγραφε σαν υπνωτισμένη). Είχε ανέκφραστο, παγωμένο  πρόσωπο, άψυχο βλέμμα  (μάτια που έμοιαζαν να αποστειρώνουν το φως),  φορούσε χοντρά μυωπικά γυαλιά  και με ακύμαντη φωνή «σαν τυπωμένη κορδέλα μαγνητοφώνου»  έδινε  στερεότυπες απαντήσεις. Διεκπεραιώνει το ρόλο της χωρίς κανένα ίχνος συμπάθειας και κατανόησης για το άγχος του και την αμηχανία του νέου. Από κει και πέρα τον αγνοεί, συμπεριφέρεται σαν να είναι αόρατος και δεν  παρατηρεί καν τη σωματική και ψυχική κατάρρευση του άγνωστου επισκέπτη.

3.     Πώς δικαιολογείται ο σωματικός πόνος που κατέλαβε τον Αναστάση στο Γραφείο Εργασίας;
Ο Αναστάσης ήταν προετοιμασμένος να κάνει μια νέα αρχή. Ήταν έτοιμος να ανοίξει την πόρτα της δημιουργικότητας, της ασφάλειας και της ανεξαρτησίας. Όταν αντί αυτού ήρθε αντιμέτωπος με την ψυχρότητα της υπαλλήλου και διαπίστωσε ότι κανείς δεν θεωρεί χρήσιμη την παρουσία του, σοκαρίστηκε. Πέρασε κάποια ώρα αγωνιώδους αναμονής και μην βρίσκοντας το κουράγιο ούτε να ρωτήσει πότε θα τον δεχτεί ο διευθυντής, ζαλίστηκε και σωριάστηκε σε μια καρέκλα.  Έπειτα σηκώθηκε και στράφηκε προς το παράθυρο, αλλά ένιωσε ίλιγγο. Η κατάστασή του επιδεινώθηκε και αισθάνθηκε έντονους πόνους στο στομάχι και στο κεφάλι. Στηρίχτηκε για λίγο στην πόρτα και ξαφνικά πετάχτηκε έξω προς την ελευθερία. Οι ψυχοσωματικές αυτές αντιδράσεις  θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «κρίση πανικού» και είναι μια διαταραχή που οφείλεται στο υπερβολικό άγχος και την πίεση. Ο Αναστάσης βίωσε αυτό το ψυχοσωματικό σοκ από την υπερένταση, την απογοήτευση, την απαξιωτική στάση της δακτυλογράφου, το συνεχές  σφυροκόπημα της μηχανής και κυρίως από την αδυναμία του να εκφραστεί.

4.     Βρείτε τις παρομοιώσεις του κειμένου και σχολιάστε τη σημασία τους.
Επισημαίνουμε τις ακόλουθες παρομοιώσεις:
  • «σαν πούπουλο», «σαν στοιχισμένοι μαθητές», «λες και το είχαν αλλάξει σήμερα», «Φαντάστηκε τους σκουπιδιάρηδες άγγελους», «σαν ακονισμένο ξυράφι», «ξυπνημένες θαρρείς από ύπνο θανάτου», «φαινόταν να πιάνει τ’ αυτοκίνητα από μιαν αόρατη κλωστή», «λες κι ακόμα θυμόντουσαν»
  •  «όπως τα γράμματα στην αρχή μιας ταινίας», «σαν δυο ψάρια», σαν τυπωμένη κορδέλα μαγνητοφώνου», «σαν υπνωτισμένη», «σα να τα βαρούσε κανένας γιατρός» «σα να στριφογύριζε κανένα ελικόπτερο», «σαν δυο ψάρια», «σαν αρραβώνας»
Όπως παρατηρούμε, οι  παρομοιώσεις του κειμένου  ανήκουν σε δύο κατηγορίες. Η μια κατηγορία εντοπίζεται στην πρώτη ενότητα και συνδέεται με τη διαδρομή προς το γραφείο, ενώ η άλλη εντοπίζεται στη δεύτερη ενότητα και συνδέεται με την κατάσταση στο γραφείο. Οι παρομοιώσεις καλούνται να αισθητοποιήσουν την ψυχική διάθεση του Αναστάση, οι πρώτες την αισιοδοξία και το κέφι του για δουλειά και οι επόμενες  την ψυχική του δοκιμασία,  την απογοήτευση και την κατάρρευσή  του.