} f

22.6.17

Ο Παχύς και ο Αδὐνατος, Άντον Πάβλοβιτς Τσέχωφ


Ο σιδηροδρομικός σταθμός του Τσάρου Νικολάου
Απαντήσεις στις ερωτήσεις του σχολικού βιβλίου


  1. Ποια είναι η κοινωνική θέση καθενός από τους δύο παλιούς συμμαθητές και ποια στοιχεία την αποκαλύπτουν;
      Όπως μας πληροφορούν οι ήρωες, ο Μίσια είναι μυστικός σύμβουλος και  διαθέτει ήδη δύο παράσημα για την προσφορά του στην υπηρεσία και ο Πορφύρης είναι τμηματάρχης. Είναι και οι δύο απλοί δημόσιοι υπάλληλοι, ένα γραφειοκρατικό γρανάζι σε κάποια από τις υπηρεσίες του ρωσικού κρατικού μηχανισμού. Στην πραγματικότητα, δεν τους χωρίζει κοινωνική άβυσσος, αλλά μάλλον ένα σκαλοπάτι. Ωστόσο, φαίνονται να έχουν διογκώσει, μεγεθύνει στη συνείδησή τους την αξία και τη δύναμη της υπηρεσίας και ο μικρόκοσμος, στον οποίον ανήκουν, παρουσιάζεται μεγεθυμένος και πανίσχυρος. Το ίδιο και η θέση τους στην ιεραρχία
     Η κοινωνική τους θέση μαρτυρείται ρητά από τις εξομολογήσεις των ίδιων των ηρώων αλλά και  άρρητα από την εικόνα και τη μυρωδιά που αποπνέουν. Ο ένας είναι παχύς άρα χορτάτος- μάλιστα μόλις βγήκε από το εστιατόριο- ήπιε και έφαγε με υπερβολή, τα χείλια του γυαλίζουν από το λίπος, μυρίζει κρασί και άρωμα. Τη ανώτερη θέση που κατέχει σε σχέση με τον αδύνατο  φανερώνει και η προτροπή του να μην του αποδίδει ιδιαίτερες τιμές, να μην τον κολακεύει, που εκφωνείται όμως με ένα ύφος υπεροχής, με έναν αέρα ευγενικής παραίτησης, λόγω της παλιάς τους γνωριμίας, από τις τιμές που δικαιούται.
    Η κοινωνική θέση του Αδύνατου υποδηλώνεται επίσης από την εικόνα του και τη μυρωδιά του. Είναι λιπόσαρκος, στερημένος, πίνει μέχρι και το κατακάθι του καφέ, μεταφέρει μόνος τις βαριές και φτηνές αποσκευές του, κιβώτια  και μπόγους, δηλαδή αυτοσχέδιους σάκους από πανί. Αναγκάζεται να υπερεργάζεται, για να καλύψει τις ανάγκες του, όπως και η γυναίκα του, και πάλι παραπονείται για τη δυσχερή οικονομική του κατάσταση. Η ταπεινή κοινωνική του θέση υπογραμμίζεται από τη δουλοπρεπή στάση που κρατά απέναντι στον δήθεν ανώτερό του.
2.       Πώς αλλάζει η συμπεριφορά του Πορφύρη στη διάρκεια της ιστορίας; Τι επιδιώκει να δείξει με αυτό ο συγγραφέας;
Ο Πορφύρης εκφράζει αρχικά τη μάλλον ειλικρινή χαρά του που μετά από τόσα χρόνια συνάντησε το φίλο του. Φαίνεται ότι το πρώτο πράγμα που περνάει από το μυαλό του είναι η εικόνα του ως μεσόκοπου άντρα στα μάτια του φίλου του, γι αυτό και προσπαθεί να εκμαιεύσει ένα θετικό σχόλιο για την παρουσία του που έχει μοιραία απομακρυνθεί από το σφρίγος και τη φρεσκάδα της νεότητας. Στη συνέχεια είναι καταφανής η προσπάθειά του να παρουσιάσει τη ζωή του καλύτερη από ό,τι είναι και πασχίζει να ωραιοποιήσει την πραγματικότητα. Εμφανίζει αρχικά τα σημάδια ενός ήπιου ανταγωνισμού με το φίλο του. Το μετάλλιο Στανισλάβα, την προαγωγή του σε θέση  Τμηματάρχη, τη Λουθηρανή γυναίκα του, όλα αυτά  δεν τα εκφέρει ανάλαφρα και αυθόρμητα αλλά σαν τεκμήρια της τακτοποιημένης και ισορροπημένης  ζωής του. Ξαφνικά το μέτρο ποιότητας της δικής του ζωής γίνεται η επαγγελματική εξέλιξη του Μίσια. Το κριτήριο επιτυχίας παύει να είναι εσωτερικό.  Ο Πορφύρης απομακρύνεται περισσότερο από τον εαυτό του (αλλοτρίωση). Όταν ανακαλύπτει ότι η εξέλιξη του Μίσια είναι μεγαλύτερη από ό,τι μπορούσε να φανταστεί, τότε μετατρέπεται  σε ένα χαμερπές πλάσμα, που υποκλίνεται στον εξοχότατο φίλο του και ακολουθεί ένα πρωτόκολλο συμπεριφοράς λες και έχει απέναντί του τον ίδιο το Τσάρο. Είναι βέβαιο ότι καθόλου δεν χάρηκε με την κοινωνική άνοδο του φίλου του, γιατί τώρα η δική του αποτυχία φαντάζει μεγαλύτερη και στα δικά του μάτια και στα μάτια της γυναίκας και του παιδιού του.
     Ο Τσέχωφ επιχειρεί με τη μεταστροφή του ήρωά του να αναδείξει πόσο διάτρητη είναι η ηθική  ενός απελπισμένου  ανθρώπου σε μια αυταρχική και καταπιεστική κοινωνία, σε ένα καθεστώς εχθρικό προς κάθε άνθρωπο. 

3.       Γιατί ο Τσέχωφ επιλέγει να χαρακτηρίσει τους δύο παλιούς συμμαθητές με κριτήριο το βάρος τους;
Ο χαρακτηρισμός ( παχύς- αδύνατος) αυτός είναι πρόωρες συστάσεις  των ηρώων του διηγήματος. Πριν γνωρίσουμε τα πρόσωπα, διαισθανόμαστε ότι ο Παχύς έχει εκτόπισμα, ευμάρεια, δύναμη, διακρίσεις. Ο Αδύνατος ζει στην ανέχεια, τη στέρηση, τη μιζέρια, την αθλιότητα. Τα επίθετα αυτά  είναι αρχικά υπαινιγμός για τη διαφορά κοινωνικής θέσης μεταξύ των παλιών συμμαθητών. Και μετά όμως διατηρούνται. Διατρέχουν όλη την αφήγηση, για να υπενθυμίζουν ότι αυτή η διαφορά που δεν είναι μόνο εξωτερική αλλά και εσωτερική είναι ο σπινθήρας που θα προκαλέσει την ανάφλεξη της συνάντησης. Επειδή οι πόλοι της αντίθεσης είναι προσδιορισμένοι από την αρχή, με την εξωτερική εμφάνιση των ηρώων, περιμένουμε με αγωνία η διαφορά να δικαιωθεί  και να οδηγήσει σε σύγκρουση.
4.       Τι αποκαλύπτει το διήγημα του Τσέχωφ για τις κοινωνικές και προσωπικές σχέσεις στην τσαρική Ρωσία;
Ο Τσέχωφ αποκαλύπτει ότι η σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του και η σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους έχουν αλλοτριωθεί. Ένα μεγάλο τμήμα του ρωσικού λαού καταβάλλει τεράστιο αγώνα, για να επιβιώσει. Η εργασία, όσο ευσυνείδητα κι αν διεκπεραιώνεται, όσο εντατικά κι αν ασκείται, δεν έχει ουσιαστικό αντίκρισμα. Δεν αναβιβάζει στο ελάχιστο το επίπεδο της ζωής του. Η πλειοψηφία δεν εξασφαλίζει ούτε τα στοιχειώδη, για να ζήσει. Αντίθετα, αυτοί που ζουν μια άνετη και αξιοπρεπή ζωή είναι αυτοί που δεν εργάζονται, οι φεουδάρχες και οι προνομιούχοι του τσαρικού συστήματος. Οποιαδήποτε κοινωνική ομάδα επιβιώνει με μεγαλύτερη ευκολία εξιδανικεύεται από τους υπόλοιπους, τους προκαλεί δέος και φόβο.
Από την άλλη πλευρά, οι ευκαιρίες και οι δυνατότητες να προάγει κανείς τη ζωή του και να βελτιώσει τη θέση του με την εργασία είναι δεδομένες και περιορισμένες. Η συντήρηση της υπάρχουσας κοινωνίας ανισοτήτων είναι μεθοδευμένη και έως τότε τίποτε δε φαίνεται ικανό να τη διασείσει. Μέσα σε αυτές τις άθλιες συνθήκες   ζωής  διαφθείρονται τα ήθη και διαβρώνονται και οι ανθρώπινες σχέσεις. Η αξία του ανθρώπου δεν αξιολογείται από την κοινωνική του προσφορά αλλά από την κοινωνική του  θέση  ή την οικονομική του άνεση. Ο άνθρωπος δεν είναι αυταξία, αλλά αποκτά υπόσταση ανάλογα με τη θέση και τις απολαβές του. Δηλαδή, αντί να αναβιβάζει ο άνθρωπος τη θέση του, η θέση αναβιβάζει τον άνθρωπο. Αντί ο Μίσια να είναι ευυπόληπτος, επειδή με τον τρόπο, που ασκεί τα   δημοσιοϋπαλληλικά  του καθήκοντα, προάγει το έργο του και ωφελεί το δημόσιο συμφέρον, είναι ευυπόληπτος,  επειδή απλώς κατέχει τη συγκεκριμένη θέση και τις ανάλογες αρμοδιότητες.
Έτσι, οι πολίτες δεν είναι ίσοι. Τους χωρίζουν αγεφύρωτες διαφορές, διαιρούνται σε ανώτερους και κατώτερους, σε εξοχότατους και πληβείους, σε ανερχόμενους και απελπισμένους. Δεν επιτρέπεται δε να συναναστρέφονται μεταξύ τους εκπρόσωποι διαφορετικών τάξεων, ούτε να αναπτύσσουν βαθιές κοινωνικές σχέσεις πολίτες με ταξική διαφορά. Ο Πορφύρης δεν είναι μια ειδική περίπτωση ανθρώπου που αντιδρά με δουλοπρέπεια, αλλά ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα των χαμηλόμισθων Ρώσων, οι οποίοι ζώντας την αδικία και την εκμετάλλευση και κυρίως την ιδεολογικοποίησή τους, πλάι στη φανταχτερή ζωή των λίγων, διολισθαίνουν στην κοινωνική υποκρισία, στη δουλικότητα και τη μοιρολατρία Ας προσέξουμε το Μίσια; Μαλώνει τον Πορφύρη για την αλλαγή της στάσης του, του επιτρέπει  μια πιο χαλαρή και ελεύθερη συμπεριφορά όχι γιατί του είναι αδιανόητη η απόδοση τιμών από τους υφισταμένους του, αλλά χαριστικά  και κατ’ εξαίρεση λόγω της παλιάς του γνωριμίας. Στο βάθος δέχεται  τις τιμές και τις κολακείες με αυταρέσκεια.
Το διήγημα συνοψίζει και δραματοποιεί  την ακόλουθη πικρή  διαπίστωση του Τσέχωφ: «ο Φαρισαϊσμός, η κουταμάρα, η αυθαιρεσία δεν βασιλεύουν μόνο στα σπίτια των εμπόρων και τις φυλακές αλλά και στην επιστήμη, τη λογοτεχνία , τη νεολαία, την υπηρεσιακή, την επιχειρηματική και την ιδιωτική ζωή.
   🕴
Ο Τσέχωφ (στο κέντρο) με την οικογένειά του και φίλους του. 1890
Αν θέλεις να ακούσεις την πραγματική φωνή του Τσέχωφ, μπες εδώ.